Πηγή: Katiousa

Μετά από μια μυθική πορεία στο θέατρο, που συνεχίζεται και κοντεύει να συμπληρώσει 7 δεκαετίες, ο λόγος του Κώστα Καζάκου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Πρόσφατα και με αφορμή τη θερινή περιοδεία της μουσικοθεατρικής παράσταση με τίτλο «Πώς να σωπάσω…» στην οποία πρωταγωνιστεί από τη θέση του αφηγητή, ο μεγάλος μας ηθοποιός έδωσε συνέντευξη στο Ριζοσπάστη.  Χαρακτήρισε αυτή την πορεία ένα ταξίδι «μαγευτικό, ιλιγγιώδες» ενώ θεωρεί ότι «η ζωή δεν είναι τσιγκούνα, στα παρέχει όλα. Λύπες, χαρές, ευτυχία, όλα» και τον εαυτό του τυχερό που γνώρισε σπουδαίους ανθρώπους.

Ο Κώστας Καζάκος ξεχωρίζει πρώτον απ’ όλους τον Κάρολο Κουν, στη σχολή του οποίου σπούδασε. Για τον σπουδαίο αυτό θεατράνθρωπο, ιδρυτή του ιστορικού Θεάτρου Τέχνης, λέει: «Ήμουν μαζί του από το 1954 που άνοιξε το υπόγειο και τη σχολή. Κουβαλούσα μπάζα για να φτιαχτεί το υπόγειο. Ήταν αμερικάνικο καμπαρέ θυμάμαι και τις εικόνες με τις χορεύτριες που κρέμονταν στους τοίχους. Έτσι, διαμορφώθηκε αυτό το θέατρο. Την εξαετία που ήμουν στη σχολή και μετέπειτα στο θέατρο ως φροντιστής και ηθοποιός έζησα μεγάλες παραστάσεις, όμως η πείνα και η δίψα ήταν ο κανόνας. Φαντάσου, ο Κουν δεν είχε λεφτά να πάρει ταξί. Τον πηγαίναμε με τα πόδια στο σπίτι του στην Κυψέλη.

Στο Θέατρο Τέχνης γινόντουσαν δύο πρεμιέρες, κατάμεστες και περίλαμπρες. Όλος ο πνευματικός κόσμος ήταν εκεί. Και μετά η ερημιά: 5 θεατές, 4 θεατές… Και αυτό να κρατά χρόνια. Όμως, η αντοχή, επιμονή, η υπομονή του Κουν ήταν σπάνια. Άντεξε, μέχρι να φτιάξει το δικό του κοινό, ένα καινούριο κοινό που κατέβαινε στο υπόγειο σαν να έμπαινε σε ένα ναό Τέχνης. Και αυτό ήταν μια μεγάλη νίκη του Κουν».

Στην ίδια συνέντευξη ο αγαπημένος ηθοποιός αναφέρεται ξεχωριστά στον Ιάκωβο Καμπανέλλη, τον μεγάλο συγγραφέα και «πατριάρχη» της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας:

«Ο Ιάκωβος έχει καταταγεί από την ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου σαν η αφετηρία του και σαν ο άνθρωπος που διαμόρφωσε τη θεατρική γραφή από τότε και μετά. Τον γνώρισα το 1953 που σε σενάριο δικό του ήταν η σπουδαστική παράσταση που ανεβάσαμε στη σχολή κινηματογράφου, “Η αρπαγή της Περσεφόνης”. Τον θυμάμαι να κατεβαίνει στο υπόγειο του Κουν το 1957. Δεν ξέρω τι είδε ο Κουν και δέχτηκε να του διαβάσει ένα ημιτελές θεατρικό έργο που έγραφε τότε… Το άκουσε, τον έπιασε από το σβέρκο και του είπε, θα κάτσεις εδώ μέχρι να το τελειώσεις και να το ανεβάσουμε του χρόνου. Ήταν η “Αυλή των Θαυμάτων”…».