Γράφει ο Κυκλοθυμικός
Τον θυμάμαι σαν το μεγάλο ταλέντο που θα μας έσωζε από την πλημμύρα στην άμυνα που μας βασάνιζε εκείνα τα χρόνια. Ανάμεσα στους Ζάχοβιτς και Τζιοβάνι ξαφνικά ένα ταλέντο από την Scoda Ξάνθη. Ήταν άλλης πάστας σέντερ μπακ για εκείνη την εποχή. Εξωτικό φρούτο. Ψηλός, δυνατός, θεριό ανήμερο μα κι εγκεφαλικός και πολύ καλός τεχνίτης σε μια εποχή που τα σέντερ μπακ έμοιαζαν με πυγμάχους, που έκαναν κοντρόλ με το καλάμι. Θα μπορούσε και σήμερα να κάνει μεγάλη καριέρα, ίσως και μεγαλύτερη από αυτή που έκανε. Και τα πήγε καλά, καθιερώθηκε στον Ολυμπιακό, ξεκίνησε να παίζει και στην Εθνική. Άρχισε να μετράει συμμετοχές στο Champions League. Να σκοράρει. Είχε ξεκινήσει να απογειώνεται. Η ζωή ήταν όλη μπροστά του.
Ήταν 26 χρονών και μένουμε όλοι κάγκελο. Σταματάει το ποδόσφαιρο. Λίγο πριν το Γιούρο. Πρώτη φορά που η Εθνική θα πήγαινε σε μεγάλη διοργάνωση από το 1994. Θα γινόταν μέλος της πιο legend ομάδας του ελληνικού αθλητισμού. Κι αυτός απουσίαζε. Δεν υπάρχει σε καμία φωτογραφία από τις θρυλικές που έχουμε δει, δεν ήταν στην αποστολή, στο αεροπλάνο, δεν άγγιξε ποτέ το τρόπαιο. Σα να ήταν κάρμα του η απουσία. Την ώρα που γίνονταν όλα αυτά τα σπουδαία στην Πορτογαλία, αυτός ήταν στο χωριό του στη Δράμα.
Δεν ήταν κάποιος τραυματισμός, δεν του κρέμασε το δελτίο κάποιος πρόεδρος. Ήταν η κατάθλιψη. Σε μια εποχή που το να μιλάμε για ζητήματα ψυχικής υγείας ήταν το απόλυτο ταμπού, ειδικά για άντρες, ειδικά για αθλητές, σε μια εποχή που είχαμε κι ελάχιστη πρόσβαση σε τέτοιες υπηρεσίες, ακόμα και σε ιδιωτικό επίπεδο, που στην αρένα του αθλητισμού κανείς δε νοιαζόταν για την ψυχική υγεία των παιχτών, θα έμοιαζε κρύο ανέκδοτο το να υπάρχει ψυχολόγος στα αποδυτήρια. Εκεί ο Άντζας κατέρρευσε. Λίγο πριν είχε χάσει τον πατέρα του που ήταν πολύ δεμένος κι ύστερα τον παππού του. Προσπάθησε να το διαχειριστεί, δεν τα κατάφερε. Ήθελε να φύγει, να ξεφύγει. Να αρχίσει από την αρχή. Να βρει τον εαυτό του. Να ασχοληθεί με τον Πάρη, όχι τον Άντζα.
Την ίδια ώρα που πάλευε να ανταπεξέλθει και να σταθεί στα πόδια του γυρίζοντας επί της ουσίας στον ερασιτεχνικό αθλητισμό ξεκινάνε κάποιες χυδαίες φήμες για να εξηγήσουν κουτσομπολίστικα την κατάθλιψη που προφανώς ούτε θα αναπαράξω ούτε θα σας αφήσω να τις αναφέρετε στα σχόλια, να είμαστε εξηγημένοι. Έπρεπε να κινηθεί νομικά εναντίον τους, ενώ ξεκινούσε να κλωτσάει τη μπάλα ξανά. Μια μάχη μέσα στο γήπεδο και μια μεγαλύτερη έξω από αυτό. Το μεγαλύτερο κίνητρο που βρήκε ήταν τα παιδιά του. Για αυτά ήθελε να συνεχίσει. Και συνέχισε.
Λίγο μετά τη Δόξα Δράμας επιστρέφει στην Ξάνθη, θυμίζει τον παλιό καλό του εαυτό κι ύστερα ξανά στον Ολυμπιακό. Ανέβηκε σα Σίσυφος ξανά το βουνό. Η καριέρα του θυμίζει κάπως την μάχη που έδινε και με τα ζητήματα της ψυχικής του υγείας. Στη δεύτερη πορεία του στον Ολυμπιακό ήταν ακόμα καλύτερος, εντυπωσιακός, έχοντας παλέψει με πολύ σκληρότερα πράγματα από τις ποδοσφαιρικές ήττες και το ντεφορμάρισμα, ήταν αέρινος, χαλαρός, σίγουρος, απολάμβανε τη μπάλα που πλέον αυτός την είχε επιλέξει, δεν τον είχε επιλέξει αυτή. Η ζωή του ήταν σαν βιβλίο, η επανέμφανισή του έμοιαζε με σενάριο. Κάνει μεγάλες νίκες και προκρίσεις με τον Ολυμπιακό, ιστορικά παιχνίδια, μπαίνει σε καινούργιες φωτογραφίες. Ειναι εκεί. Μια παρουσία κερδισμένη με αίμα. Δυστυχώς, οι τραυματισμοί τον ανάγκασαν να τερματίσει νωρίτερα την καριέρα του και να κρεμάσει τα παπούτσια του στα 33 έχοντας σηκώσει μέχρι τότε επτά πρωταθλήματα.
Ήμουν έφηβος τότε. Δε θα το ξεχάσω. Είχε μόλις επιστρέψει στον Ολυμπιακό. Ένας άνθρωπος που είχε κάνει αυτόν τον άθλο κι έφτανε ξανά να παίζει ένα ντέρμπι. Πρώτο παιχνίδι στη Λεωφόρο ένα κακό 0-0 κόντρα στον αιώνιο αντίπαλο. Σε μια χώρα που ονειρεύομαι τη στιγμή της αλλαγής του θα είχε σηκωθεί όλο το γήπεδο και θα τον αποθέωνε. Στην Ελλάδα ήταν κι είναι αλλιώς.
Οι οπαδοί του αντιπάλου άρχισαν να φωνάζουν ρυθμικά συνθήματα με βάση τις φήμες για τα αίτια της απόσυρσής του. Από τις πιο χυδαίες στιγμές στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Τους έκανε κωλοδάκτυλο και τιμωρήθηκε μόνο αυτός, όχι αυτοί. Αυτοί δεν τιμωρούνται ποτέ στην Ελλάδα. Εντός κι εκτός γηπέδων. Άλλωστε υποθέτω ότι το να πάθεις κατάθλιψη ή να έχεις άλλα ζητήματα ψυχικής υγείας είναι ζήτημα ομάδας, είναι διαφορετικό να είσαι κόκκινος, πράσινος, κιτρινόμαυρος, μαύρος. Δεν είναι αντρικά πράγματα αυτά. Και το γήπεδο στο κάτω κάτω είναι αρένα να μείνουν μόνο οι πιο δυνατοί, οι άλλοι να ψοφήσουν. Πουλάει το αίμα. Θρέφει συνειδήσεις.
Το ίδιο κωλοδάκτυλο τους υψώνω κι εγώ τώρα. Και για να μην παρεξηγηθώ το υψώνω σε όλους τους οπαδούς και τα αρρωστάκια, ίδιοι είναι άλλωστε. Τα ίδια θα έκαναν. Παρόμοια έχουν κάνει.
Τελικά η ταινία για τον Παρασκευά Άντζα θα είναι γλυκόπικρη, η ιστορία νίκης απέναντι στην κατάθλιψη έδωσε την θέση της σε μια ακόμα πιο φρικτή ιστορία. Ενώ είχε ξεκινήσει να δουλεύει στις ακαδημίες της Σπόρτινγκ Λισαβόνας στην Ελλάδα κι έστρωνε ξανά τη ζωή του έξω από τα γήπεδα θα διαγνωστεί με τη νόσο του κινητικού νευρώνα (ALS). Μια σπάνια, εκφυλιστική και θανατηφόρα ασθένεια που μέσα σε λίγο καιρό τον οδήγησε σε μια εκτεταμένη κινητική αναπηρία και σήμερα στον θάνατο. Ήταν μόλις 49 χρόνων.
Αυτοί που τον έβριζαν εν χορώ στο γήπεδο σήμερα θα είναι πάνω από 40-50 χρονών, άραγε πώς να νιώθουν; Άραγε να νιώθουν; Μπορούν να νιώσουν;
Τουλάχιστον σήμερα μιλάμε πιο ανοιχτά για την κατάθλιψη, τουλάχιστον σήμερα οι αθλητές είναι πιο προστατευμένοι –για να τους εκμεταλλεύονται καλύτερα προφανώς-, σήμερα υπάρχουν περισσότερες επιλογές για υποστήριξη για κάποιον που υποφέρει, σήμερα υπάρχουν περισσότερα αυτιά να ακούσουν και λιγότερες γλώσσες να κατακρίνουν και να δηλητηριάσουν.
Θα βάλω την φωτογραφία που βρήκα σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις –ίσως κι η τελευταία- στο Gazzeta στους Γιάννης Γεωργόπουλο και Παναγιώτης Δαλαταριώφ τον Σεπτέμβρη του 2018. Είναι τόσο όμορφος και μου θυμίζει τον Αλκίνοο.
Θα σε θυμόμαστε και θα σε αγαπάμε για πάντα, Πάρη.
Όνειρο ήτανε.
(Η Ελληνοφρένεια δεν υιοθετεί οπωσδήποτε το σύνολο των απόψεων που αναδημοσιεύει)