Αλιεύσαμε από το Facebook του Γιάννη Ανδρουλιδάκη
Κάποια χρονιά παλιότερη, που μια σειρά συνειρμών προσδιορίζει στο 1996, όταν ήμουν ακόμα ένας νεαρός αριστεριστής (δύο ιδιότητες που ποτέ δεν απέβαλα εντελώς από το εσωτερικό φαντασιακό μου), τέσσερις άνθρωποι ξεκίνησαν από την Πάτρα για να κάνουν μια ημερίσια προεκλογική εκδρομή στη μονοεδρική περιφέρεια της Ζακύνθου.
Η λογική ήταν να γυρίσουμε όλα τα χωριά του νησιού κάνοντας στάση στα καφενεία, ή όπου αλλού βόλευε, προκειμένου να προπαγανδίσουμε το ψηφοδέλτιο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς εν όψει των επερχόμενων εκλογών -αν υπολογίζω σωστά την ημερομηνία, επρόκειτο για την (τότε) Μαχόμενη Αριστερά.
Για τις ανάγκες αυτού του εκλογικού road trip είχε ναυλωθεί ένα ταξί με φιξ ταρίφα το οποίο θα έκανε το γύρο του νησιού με τις απαραίτητες στάσεις. Όταν ο οδηγός του ταξί κατάλαβε ότι μετέφερε κλιμάκιο κόμματος, θεώρησε χρήσιμο να καταθέσει τη δική του πολιτική οπτική για τα πράγματα. Αυτό που τον απασχολούσε κυρίως, ήταν οι σεξουαλικές προτιμήσεις των πολιτικών ανδρών της χώρας. Κατά τη γνώμη του, ήταν όλοι ξεφωνημένες αδερφές. Τη θεωρία του στοιχειοθετούσε με τεκμήρια, τα οποία ήταν πληροφορίες που έχει για διάφορους υπουργούς, οι οποίοι «τον έπαιρναν».
Μετά από μία εξαιρετικά σύντομη και όχι πολύ φανατική προσπάθεια να του πούμε ότι αυτό ήταν κάτι αδιάφορο, αποφασίσαμε να αξιοποιήσουμε τον οδηγό για να διασκεδάσουμε στο ταξίδι. Ετσι αρχίσαμε να του πετάμε κέρματα, ονοματίζοντας διάφορα πολιτικά πρόσωπα της εποχής και ρωτώντας τον αν συγκαταλέγονται στην υπό εξέταση κατηγορία.
Τα αποτελέσματα ήταν συναρπαστικά. Σχεδόν όλοι, αν όχι όλοι οι πολιτικοί της εποχής, κατά τη διαβεβαίωσή του, εμπλέκονταν σε ομοερωτικές υποθέσεις: οι περισσότεροι «τον έπαιρναν» και κάποιοι λίγοι και εκλεκτοί «τον έδιναν». Το ταξίδι είχε γίνει ξεκαρδιστικό καθώς συνεχίζαμε να τον κουρδίζουμε. «Ο Τάδε;», ρωτούσαμε. «Αδερφή», απαντούσε με βεβαιότητα. «Και ο Δείνα;», συνεχίζαμε. «Αδερφάρα μεγάλη», απαντούσε ο οδηγός.
Η συζήτηση έληξε με έναν κάπως παράδοξο τρόπο. Κάποιος έριξε στην τράπεζα του διαλόγου το όνομα του Μίκη Θεοδωράκη. Προσώπο σεβαστό και με έναν μανδύα ιερότητας, ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης, οδήγησε τον άνθρωπο που κρατούσε το τιμόνι της αριστερίστικής περιοδείας μας, σε ένα θλιμμένο fade out: χαμήλωσε ταχύτητα, πάτησε φρένο, νέκρωσε το αμάξι και γύρισε προς τα πίσω με ύφος οδύνης, λέγοντάς μας: «Ναι. Πρέπει να τον τακτοποιούν και αυτόν».
Το υπόλοιπο ταξίδι το έκανε αμίλητος, σοκαρισμένος μάλλον από την ίδια του την αποκάλυψη, στις εκλογές θα πήραμε κάνα 10άρι χιλιάδες ψήφους, και η ιστορία με τον ταξιτζή επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά σε βραδυνές μεθέξεις της παρέας, συνοδεία γέλωτος. Στο δικό μου το μυαλό, αποτελούσε πάντα ένα επιπλέον επιχείρημα ότι ο σοσιαλισμός είναι απαραίτητος, ανάμεσα στα άλλα, και για να απελευθερώσει την ανθρωπότητα από τα δεσμά της βλακείας. Αν όχι της φυσικής βλακείας, τουλάχιστον αυτής που συνδέεται με τη στενομυαλιά -διαφωνόντας με τον Κάρλο Τσίπολα, που τη θεωρεί εξίσου φυσική και αναπόφευκτη.
Διαβάζοντας τις δηλώσεις του Τραμπ, σύμφωνα με τις οποίες «η CIA τον ενημέρωσε ότι ο νέος Αγιατολάχ Χαμενεΐ είναι gay», ωστόσο, ένιωσα έναν μικρό κλονισμό, σχετικά με την ορθότητα της ιδέας μου για το πραγματικό στρατόπεδο της βλακείας. Αν μία από τις μεγαλύτερες μυστικές υπηρεσίες στον κόσμο ασχολείται με το αν ο Χαμενεΐ είναι gay, και ο πρόεδρος των ΗΠΑ το δηλώνει δημόσια, ίσως εκείνος ο ταξιτζής ήταν πιο έξυπνος και εμείς πιο βλάκες από όσο νομίζαμε.
Με πιο ψύχραιμη σκέψη εντούτοις, δάμασα την αμφιβολία. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι ο καπιταλισμός στην αποδρομή του βρίσκεται πολύ κοντά στο να μετατρέψει την πηχτή βλακεία σε βασικό ή και έσχατο εργαλείο του ιμπεριαλισμού. Η τύχη του πλανήτη βρίσκεται στα χέρια ενός συστήματος του οποίου η συλλογική ευφυία είναι αντίστοιχη ενός ακαλλιέργητου τύπου που έχει να οδηγήσει όλη μέρα, βαριέται και λέει ανοησίες για να περάσει η ώρα.
Περισσότερο από ποτέ, σήμερα, ο σοσιαλισμός είναι αναγκαίος για να απελευθερώσει την ανθρωπότητα από τα δεσμά της ηλιθιότητας.



