Απόστολος Λυκεσάς

Πηγή: ΕΦΣΥΝ

Βασίλης Τσάπας, εντατικολόγος ΜΕΘ «Παπαγεωργίου», μέλος Δ.Σ. ΕΝΙΘ, Γ.Σ. ΟΕΝΓΕ: «Ολοι αυτοί οι πολλοί μήνες υπερεργασίας μάς έχουν οδηγήσει σε σωματική και ψυχική εξάντληση· βιώνουμε το απόλυτο burnout. Η λέξη «ένταση» νομίζω δεν φτάνει μόνη της να περιγράψει την κατάσταση. Αγανάκτηση νιώθουμε και οργή. Στη ΜΕΘ του νοσοκομείου μας δεν έχουν καν προκηρυχθεί οι 6 θέσεις που έχουν υποσχεθεί εδώ και πάνω από χρόνο, με αποτέλεσμα για τις εφημερίες να υπάρχουν μόνο πέντε μόνιμοι εντατικολόγοι, με όλους τους υπόλοιπους να είναι ή επικουρικοί ή γιατροί άλλων ειδικοτήτων»

«Βιώνουμε το απόλυτο burnout» λέει στην «Εφ.Συν.» ο Βασίλης Τσάπας, εντατικολόγος στη ΜΕΘ του Νοσοκομείου «Παπαγεωργίου» στη λήξη άλλης μιας εξαντλητικής εφημερίας, διαπιστώνοντας επιδεικτική αδιαφορία από την πλευρά της κυβέρνησης και δημιουργία συνθηκών υποθεραπείας των ασθενών.

Μιλώντας για προβλήματα που υπάρχουν στην κορύφωση για άλλη μια φορά της πανδημίας, θεωρεί υπεύθυνη την κυβέρνηση για υπόθαλψη των αντιεμβολιαστικών πυρήνων και επισημαίνει πως «είναι θέμα χρόνου το ΕΣΥ να μην μπορεί να καλύψει παρά μόνο τις πολύ βασικές υγειονομικές ανάγκες του πληθυσμού, έτσι ώστε η είσοδος των ιδιωτών στη δημόσια υγεία να μπορεί να παρουσιαστεί ως μονόδρομος και μάννα εξ ουρανού».

● Η κατάρρευση του συναδέλφου σας στη Λάρισα είναι εικόνα που αποδίδει την πραγματικότητα για τις δικές σας αντοχές; Υπάρχει ένταση αυτή τη στιγμή στη Θεσσαλονίκη;

Ναι, δυστυχώς, αυτή η εικόνα αποδίδει πλήρως την πραγματικότητα που βιώνουμε οι υγειονομικοί. Στη ΜΕΘ που δουλεύω (και η κατάσταση σίγουρα είναι πάνω-κάτω ίδια σε όλες τις ΜΕΘ και τις Covid κλινικές – στην επαρχία μάλιστα είναι και χειρότερη), εδώ και παραπάνω από έναν χρόνο κάνουμε κατά μέσον όρο 7 και 8 εφημερίες τον μήνα, ενώ στην κορύφωση των επιδημικών κυμάτων κάναμε και 9 εφημερίες τον μήνα. Κάθε εφημερία σημαίνει τουλάχιστον 26 ώρες συνεχόμενης εργασίας στη ΜΕΘ με 3-4 το πολύ ώρες ύπνο· εργασία απαιτητική σωματικά, νοητικά και ψυχικά.

Ολοι αυτοί οι πολλοί μήνες υπερεργασίας μάς έχουν οδηγήσει σε σωματική και ψυχική εξάντληση – βιώνουμε το απόλυτο burnout. Η λέξη «ένταση» νομίζω δεν φτάνει μόνη της να περιγράψει την κατάσταση. Αγανάκτηση νιώθουμε και οργή. Που για μία ακόμα φορά, παρά τις από μηνών προειδοποιήσεις μας, φτάνουμε σε μία απολύτως αναμενόμενη, προβλέψιμη και καθόλου έκτακτη εκρηκτική κατάσταση, η οποία οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στην αναποτελεσματικότητα και αδιαφορία της πολιτείας. Αναποτελεσματικότητα στην εκστρατεία για τον εμβολιασμό και στα μέτρα αποφυγής διάδοσης του κορονοϊού – επιδεικτική αδιαφορία για την ουσιαστική ενίσχυση του ΕΣΥ.

Για να καταλάβετε καλύτερα τι εννοώ, στη ΜΕΘ του νοσοκομείου μας (που είναι ένα από τα 4 μεγάλα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης) δεν έχουν καν προκηρυχθεί οι 6 θέσεις που έχουν υποσχεθεί εδώ και πάνω από χρόνο, με αποτέλεσμα για τις εφημερίες να υπάρχουν μόνο πέντε μόνιμοι εντατικολόγοι, με όλους τους υπόλοιπους να είναι ή επικουρικοί γιατροί ή βοήθεια από το αναισθησιολογικό τμήμα ή από άλλα νοσοκομεία.

● Μπορείτε λοιπόν να περιγράψετε την κατάσταση, για παράδειγμα στο δικό σας νοσοκομείο, και να εξηγήσετε τι σημαίνει αυτό για την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών στους ασθενείς;

Η κατάσταση στο «Παπαγεωργίου» είναι περίπου ίδια με την κατάσταση στα άλλα νοσοκομεία της πόλης. Αναδιάταξη κλινικών (κλινικές συγχωνεύονται, για να δημιουργηθεί χώρος για δημιουργία Covid κλινικών), αναδιάταξη των κλινών ΜΕΘ («καθαρές» κλίνες μετατρέπονται σε Covid) και άνοιγμα επιπρόσθετων κλινών ΜΕΘ γίνονται για άλλη μία φορά αυτές τις μέρες.

Επειδή οι κλίνες ΜΕΘ δεν επαρκούν, έως και 7 διασωληνωμένοι Covid ασθενείς νοσηλεύονται (υπό την εποπτεία αναισθησιολόγων και τη βοήθεια εντατικολόγων) τις τελευταίες εβδομάδες επί μέρες σε θαλάμους απλών κλινικών, στους οποίους προστέθηκε εξοπλισμός ΜΕΘ, αναμένοντας να αδειάσει κάποια κλίνη κάπου. Ολες αυτές οι επιπρόσθετες ανάγκες καλύπτονται μέσω εσωτερικής ανακατανομής του υπάρχοντος, ελλειμματικού και ήδη εξαντλημένου από την υπερεργασία του τελευταίου χρόνου ιατρονοσηλευτικού προσωπικού.

Αυτές οι συνθήκες, όπως άλλωστε πολλές φορές πολλοί γιατροί τους προηγούμενους μήνες έχουμε πει, έχουν σαφώς δυσμενή επίδραση στην ποιότητα και ασφάλεια της παρεχόμενης φροντίδας. Την άρτια κλινική και πολύ περισσότερο την άρτια ΜΕΘ δεν την κάνουν τα κρεβάτια και τα κατάλληλα μηχανήματα μόνο (που και σε αυτά υπάρχουν ελλείψεις και προβλήματα). Εξίσου σημαντικό ρόλο παίζει το κατάλληλο ποσοτικά και ποιοτικά (από άποψη εκπαίδευσης, ειδικής γνώσης και εμπειρίας) υγειονομικό προσωπικό.

Κι όμως, σε μεγαλύτερο βαθμό στις αιχμές των επιδημικών κυμάτων χρησιμοποιούνται για τους διασωληνωμένους ασθενείς όχι νοσηλευτές εντατικής, αλλά χειρουργείων ή ανάνηψης ή εξειδικευόμενοι. Ομοίως, τους εντατικολόγους τούς πλαισιώνουν αναισθησιολόγοι, οι οποίοι υπερβάλλουν εαυτόν, αλλά δεν μπορούν να προσφέρουν όσα ο εντατικολόγος με την ειδική γνώση και εμπειρία. Ολο αυτό το προσωπικό είναι σε σαφώς χειρότερες αναλογίες από τις προβλεπόμενες για την ασφαλή αντιμετώπιση των ασθενών. Ολα αυτά οδηγούν σε σαφέστατη υποθεραπεία των ασθενών.

● Το μεγάλο ποσοστό ανεμβολίαστων ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα είναι υπόθεση μόνο επικοινωνιακών λαθών; Υπάρχει περιθώριο αντιστροφής της κατάστασης σήμερα;

Οχι, δεν είναι μόνο η αναποτελεσματική εκστρατεία για τον εμβολιασμό το αίτιο. Εχουμε μπροστά μας το αποτέλεσμα δεκαετιών κακής παιδείας -το αποτέλεσμα σειράς κυβερνήσεων που θεωρούσαν και θεωρούν τη δημόσια παιδεία ως έξοδο πολυτελείας που πρέπει να περισταλεί, αντί να τη θεωρούν επένδυση για το παρόν και το μέλλον– και μία κοινωνία που δυστυχώς το αποδεχόταν και το αποδέχεται.

Η παιδεία δεν προσφέρει τις απαραίτητες βασικές γνώσεις, έτσι ώστε να μπορεί η κοινωνία να κατανοήσει απλή επιστημονική πληροφορία· απεναντίας, την αφήνει έρμαιο στη δεισιδαιμονία και την παραπληροφόρηση. Κάπως έτσι φτάσαμε στο σημείο να κρεμάμε κουταλάκια στο μπράτσο μετά τον εμβολιασμό ή να ψάχνουμε τσιπάκια στα εμβόλια.

Πέραν τούτου, σημαντικό ρόλο παίζουν και σκληροί εκκλησιαστικοί και παραεκκλησιαστικοί κύκλοι και η θρησκοληψία με την οποία είναι εμποτισμένο σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας μας. Στη Β. Ελλάδα οι κύκλοι αυτοί έχουν ιδιαίτερη απήχηση σε σχέση με την υπόλοιπη χώρα, όπως επίσης και οι ακραίοι εθνοπατριωτικοί κύκλοι, οι οποίοι αποτελούν πυρήνα του αντιεμβολιαστικού χώρου.

Και σε αυτά όμως βαριά ευθύνη έχει και το κράτος που αποδέχεται, αν δεν ενθαρρύνει μάλιστα, αυτούς τους κύκλους. Η κατάσταση είναι δύσκολο να αναστραφεί, πιστεύω όμως ότι μπορεί να βελτιωθεί. Με ειλικρινή, σοβαρό και συνεπή επιστημονικό λόγο, ο οποίος να μην εξυπηρετεί κυβερνητικές διαχειριστικές σκοπιμότητες, δίνοντας έτσι τροφή στην αμφιβολία και την άρνηση της επιστήμης.

● Το 2019 ο σημερινός πρωθυπουργός δήλωνε «δεν θα είχα καμία αντίρρηση να δοκιμάσουμε σε ένα μεγάλο νοσοκομείο της Αθήνας να διοικηθεί σε σύμπραξη με τον ιδιωτικό τομέα» ή μιλούσε για δομές ιδιωτών στις οποίες θα εργάζονται και δημόσιοι υπάλληλοι που θα παίρνουν ένα χρηματικό μπόνους. Βλέπετε ως προέκταση αυτών των θέσεων τον τρόπο που διαχειρίζεται η κυβέρνηση την πανδημία;

Η πολιτεία, με τον τρόπο που διαχειρίζεται την πανδημία, σαφώς και υπηρετεί την είσοδο του ιδιωτικού τομέα στο δημόσιο σύστημα υγείας. Η προσχηματική μόνο ενίσχυση του ΕΣΥ, παρά την υπέρμετρη αύξηση των υγειονομικών αναγκών (τόσο λόγω Covid όσο και λόγω της συσσωρευμένης και εν πολλοίς παραμελημένης λοιπής νοσηρότητας), έχει δημιουργήσει εξοντωτικές συνθήκες για το υγειονομικό προσωπικό.

Εχουν ήδη αρχίσει οι παραιτήσεις, τόσο από νοσοκομεία της επαρχίας αλλά και από νοσοκομεία του κέντρου, και μάλιστα σε ειδικότητες πρώτης γραμμής (παθολόγοι, αναισθησιολόγοι, εντατικολόγοι). Σε εμάς μόνο, στη δική μας ΜΕΘ, τους τελευταίους μήνες παραιτήθηκε ένας ειδικός εντατικολόγος και ένας εξειδικευόμενος. Ούτε λόγος βέβαια, με αυτές τις συνθήκες υπερεργασίας και εγκατάλειψης, για ανάσχεση του ιατρικού brain drain προς το εξωτερικό, πολύ δε περισσότερο για επαναπατρισμό κάποιων από όσους κατά χιλιάδες έφυγαν την τελευταία δεκαετία.

Αν συνεχιστεί έτσι η κατάσταση, είναι θέμα χρόνου το ΕΣΥ να μην μπορεί να καλύψει παρά μόνο τις πολύ βασικές υγειονομικές ανάγκες του πληθυσμού, έτσι ώστε η είσοδος των ιδιωτών στη δημόσια υγεία να μπορεί να παρουσιαστεί ως μονόδρομος και μάννα εξ ουρανού.