Πηγή: Omnia TV

Μου είχαν μιλήσει για τον άγνωστο με τις καραμέλες στο πάρκο, μου είχαν πει τί και ποιόν να προσέχω εκτός σπιτιού. Κανείς δεν μου είχε πει πως μπορεί να μου συμβεί αυτό στο σπίτι μου, την ώρα που κοιμάμαι, την ώρα που κάνω μπάνιο. Ναι, κι όμως συμβαίνει στα ίδια τα σπίτια μας. Συμβαίνει από ανθρώπους που ξέρουμε και αυτό κάνει δυσκολότερο το να το συνειδητοποιήσουμε. Κάνει ακόμη δυσκολότερο το να μιλήσουμε γιατί κανείς δεν μιλάει γι’ αυτό, κανείς δεν θέλει να το δεχτεί αυτό και να κοιτάξει κατάματα το πρόβλημα. Εγώ πήρα την απόφαση 15 χρόνια μετά και λίγο πριν την πλήρη παραγραφή του αδικήματος υπέγραψα τη μήνυση ενάντια σε μέλος της οικογένειας μου. Την πρώτη μέρα κοιμήθηκα με τη μήνυση κάτω από το μαξιλάρι μου. Την ημέρα που πέρασα την πόρτα του δικηγόρου, ήταν η μόνη φορά μετά από τόσα χρόνια που ένιωσα ότι κερδίζω τη φωνή μου.

Την πρώτη φορά που συνάντησα την Ε., πριν ξεκινήσει να μου διηγείται τι της συνέβη, μου είπε «Δεν θα λέμε ‘ο αδερφός μου’ αλλά ‘ο κατηγορούμενος’. Δεν θα λέμε την πράξη και τις λεπτομέρειες της, αλλά ‘το άρθρο 339’». Η Ε. υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης όταν ήταν παιδί. Είχε μόλις τελειώσει την τελευταία τάξη του Δημοτικού όταν της συνέβη πρώτη φορά και, όπως τα περισσότερα παιδιά – θύματα σεξουαλικής βίας, άργησε να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί ακριβώς. Ένιωθε άβολα, περίεργα, αμήχανα, ένα συναίσθημα εγκλωβισμού, όμως δεν κατάφερνε σ’ αυτή την ηλικία να συνθέσει το παζλ της πραγματικότητας, ούτε και να βάλει το συναίσθημα της σε λέξεις ώστε να μπορέσει να μιλήσει σε κάποιον.

Σήμερα πλέον, ο θύτης κατηγορείται για αποπλάνηση ανηλίκου που δεν είχε συμπληρώσει τα 13 έτη, κάτι που σημαίνει πως αντιμετωπίζει ποινή κάθειρξης μέχρι και δέκα χρόνια. Το ότι δράστης ήταν ο ήδη ενήλικος αδερφός της δυσχέραινε την κατάσταση, γιατί σπανίως τα παιδιά μαθαίνουν να προσέχουν οποιονδήποτε άλλο πέρα απ’ αυτόν τον άγνωστο «με τις καραμέλες στο πάρκο», όπως λέει και η ίδια. Κι όμως, τα ποσοστά και οι αριθμοί δείχνουν το ακριβώς αντίθετο. Σε σεξουαλικά εγκλήματα που αφορούν παιδιά, συνήθως δράστες είναι άτομα του κοντινού περιβάλλοντος, μέλη της οικογένειας, φίλοι, γείτονες, και άνθρωποι που μπορούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη και τη σιωπή του παιδιού. Και η κακοποίηση είναι πιο συχνή απ’ όσο πιστεύουμε, πιο δίπλα μας απ’ όσο φανταζόμαστε. Σχεδόν 3 στα 10 παιδιά, τη βιώνουν και σπάνια μιλούν γι’ αυτή. Ακόμη πιο σπάνια φτάνουν στο σημείο να την καταγγείλουν.

Ζωγραφιά της Ε.

Η φυσική κακοποίηση της Ε. διήρκεσε πάνω από ένα χρόνο. Σποραδικά, ανά τακτά χρονικά διαστήματα συνέβαινε ξανά και ξανά, μέχρι που εκείνος αποφάσισε να σταματήσει. Το τραύμα όμως παρέμεινε εκεί, και η Ε. ξεκίνησε από πολύ μικρή ηλικία να έχει καταθλιπτικά επεισόδια χωρίς να μπορεί να καταλάβει το γιατί. Στην ψυχιατρική υπάρχει κάτι που λειτουργεί σαν μηχανισμός αποφυγής του πόνου. Το παιδί που έχει κακοποιηθεί σε νεαρή ηλικία αναπτύσει αυτό το μηχανισμό γιατί δεν μπορεί να διαχειριστεί το τραύμα, και με ένα τρόπο σταματάει να θυμάται. Υπάρχουν κενά μνήμης, θολές εικόνες και flashbacks που δεν επιτρέπουν στο άτομο να έχει μια πλήρη εικόνα για το τι έχει συμβεί ακριβώς, όσο κι αν προσπαθεί να αναμοχλεύσει το παρελθόν. Ειδικότερα όταν το παιδί δεν έχει μιλήσει γι’ αυτό και δεν έχει μπει εξαρχής σε μια τροχιά θεραπείας το μυαλό προσπαθεί να δημιουργήσει μια λήθη και να ξεχάσει το περιστατικό. Πολλές φορές η μνήμη επανέρχεται σε μεγαλύτερη ηλικία όταν το άτομο είναι ψυχολογικά έτοιμο και ενδυναμωμένο να δεχτεί τι συνέβη ή σε άγνωστο χρόνο με καταστάσεις και λέξεις που πυροδοτούν τη μνήμη.

Αυτό συνέβη και με την Ε. Ένιωθε πάντα ένα φόβο όταν άκουγε το όνομα του δράστη, δεν ήθελε να τον πλησιάσει και κλειδωνόταν στο δωμάτιο της όταν εκείνος επισκεπτόταν το σπίτι, αφού πλέον είχε μετακομίσει. Απέφευγε να μείνει μόνη μαζί του και είχε χάσει κάθε διάθεση για ζωή από πολύ μικρή ηλικία. Χωρίς όμως να γνωρίζει ακριβώς το γιατί. Η μνήμη και οι πράξεις ανακτήθηκαν σε ανύποπτο χρόνο, όταν έφτασε στα 15 της χρόνια.

Η Ε. εξηγεί:

Προσπαθούσα να καταλάβω τι μου συμβαίνει, για ποιο λόγο δεν είχα πια όρεξη για ζωή όπως κάθε παιδί της ηλικίας μου. Μπήκα τυχαία στο site του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και διάβαζα ένα άρθρο για την εφηβική κατάθλιψη. Δίπλα υπήρχε άλλο ένα link που οδηγούσε σε μια έρευνα για την παιδική κακοποίηση και εξηγούσε τι ακριβώς είναι. Δεν ξέρω γιατί το πάτησα. Όσο το διάβαζα συνειδητοποιούσα τι μου είχε συμβεί και ήρθαν όλα στο μυαλό μου. Ξαφνικά άρχισα να μουδιάζω και να τρέμω, ένιωθα ότι η καρδιά μου θα σταματήσει, ότι τρελαίνομαι. Κάθισα στο πάτωμα, έβαλα τα χέρια μου γύρω από τα πόδια μου και δεν μπορούσα να σηκωθώ όσο κι αν προσπαθούσα. Ήταν η πρώτη φορά που καταλάβαινα τι είχε συμβεί. Ήταν και η πρώτη κρίση πανικού που έπαθα.

Ζωγραφιά της Ε.

Μετά απ’ αυτό, τα καταθλιπτικά επεισόδια έγιναν εντονότερα. Η Ε. ξεκίνησε να έχει διατροφικές διαταραχές και καταθλιπτική διάθεση, ενώ ξεκίνησε να αυτοτραυματίζεται πιστεύοντας πως έτσι θα καταφέρει να βάλει τέλος στη ζωή της. Ο αυτοτραυματισμός λειτουργούσε σαν μια προσπάθεια μετατόπισης του ψυχικού πόνου που βίωνε. Επικεντρωνόταν στον φυσικό πόνο που ένιωθε μέσω των χαρακιών στο σώμα της για να μη σκέφτεται, για να μη βιώνει το τραύμα. Το μετατραυματικό στρες που είχε αναπτύξει, απόρροια της κακοποίησης που είχε δεχτεί, είναι επίσης πολύ κοινό σε ανθρώπους που έχουν βιώσει ό,τι και η ίδια. Η παιδική σεξουαλική κακοποίηση αποτελεί μια από τις κυριότερες αιτίες ανάπτυξης μετατραυματικού στρες και διασχιστικής διαταραχής. Τα συμπτώματα της μετατραυματικής διαταραχής (εφιάλτες, επώδυνες ανακλήσεις μνήμης, αποφευκτική συμπεριφορά, αδρανής συμπεριφορά και αυξημένη εγρήγορση) αποτελούν τα κύρια συμπτώματα των περισσότερων θυμάτων παιδικής κακοποίησης.

Σ’ αυτό τον εφιάλτη, έγινε μια παύση την περίοδο που πέρασε στο Πανεπιστήμιο. Άρχισε να διαβάζει περισσότερο για να μη σκέφτεται, απέκτησε ένα στόχο που της έδινε το κίνητρο να ξυπνάει κάθε πρωί. Το τραύμα έπεσε σε λήθαργο για λίγο στα χρόνια της σχολής, αν και η ίδια παρέμενε καταθλιπτική. Η σχολή τελείωσε και η ίδια αρίστευσε στις σπουδές της. Ήταν όμως τότε που το τραύμα ξύπνησε ξανά, όταν μια μέρα η μητέρα της, της ανακοίνωσε πως θα μείνουν ξανά όλοι μαζί. Για την Ε. ήταν ένα αβάσταχτο χτύπημα, ένα πισωγύρισμα στην εποχή που ήταν ακόμη 11 χρονών. Ήταν και η πρώτη απόπειρα αυτοχειρίας που έκανε. Περιγράφει:

Δεν το άντεξα. Το σώμα μου δηλαδή δεν το άντεξε. Χειροτέρευσα, άρχισα να βγάζω εξανθήματα και να κάνω εξετάσεις, αλλά δεν υπήρχε τίποτα ανιχνεύσιμο στις εξετάσεις μου. Μόνο στην ψυχολογία μου. Μου πρότειναν να νοσηλευτώ σε μια ψυχιατρική κλινική και εγώ αντίθετα με άλλους ανθρώπους ένιωσα ανακούφιση γιατί δεν θα χρειαζόταν να έρθω αντιμέτωπη με τον θύτη. Μετά την εισαγωγή μου, μέσα σε τρεις ημέρες τα εξανθήματα εξαφανίστηκαν κι εγώ ένιωθα ήδη καλύτερα. Τόσο καλά που δεν ήθελα να βγω από την κλινική.

Μετά την πρώτη της εισαγωγή, συνέχισε να συμπεριφέρεται σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Προσπάθησε πολύ να κλείσει τη μνήμη σε ένα χρονοντούλαπο, αλλά οι σκέψεις και οι εικόνες επανέρχονταν καθημερινά. Η ίδια ζούσε με ένα μετατραυματικό στρες, με κατάθλιψη και αγωγές, χωρίς ακόμη να μπορεί να μιλήσει σε κανέναν παρά μόνο σε μια παιδική της φίλη. «Είχα καλέσει σε μια γραμμή βοήθειας, αλλά όταν μου είπαν να τους περιγράψω τι είχε συμβεί, έκλεισα το τηλέφωνο», θυμάται. Τα συμπτώματα όμως χειροτέρευαν και τότε αποφάσισε να μιλήσει στη μητέρα της, να της ζητήσει χρήματα για δικηγόρο έτσι ώστε να κινηθεί επιτέλους νομικά. Η απάντηση της μητέρας της ήταν «θα μας κάνεις ρεζίλι». Για την Ε. ήταν ένα ακόμη αβάσταχτο χτύπημα. Περίμενε υποστήριξη, τουλάχιστον ψυχολογική. Αντ’ αυτού δέχτηκε τη ματαίωση και την απόρριψη από τον πιο κοντινό της άνθρωπο.

Τριγυρνούσε συνέχεια αυτή η φράση στο μυαλό μου. Εγώ έχανα τη ζωή μου κι εκείνοι μου είπαν ότι θα τους κάνω ρεζίλι. Αποφάσισα ξανά να βάλω τέλος σε αυτό και ο μόνος τρόπος που έμοιαζε με λύτρωση εκείνο το διάστημα ήταν μια ακόμη απόπειρα. Έμεινα σε κώμα και μετά από 18 ώρες τους είπαν πως θα ζήσω. Ξύπνησα δεμένη και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι δεν πέτυχα. Ότι δεν κατάφερα να πεθάνω.

Λίγους μήνες αργότερα επιχείρησε ακόμη μια φορά να βάλει τέλος στη ζωή της. Είχε κλειδώσει τα πράγματα της και τις σημειώσεις της, είχε πάρει ένα κοκτέιλ χαπιών και σιγουρεύτηκε πως αυτή τη φορά θα πετύχει. Τη βρήκαν λιπόθυμη στο σπίτι, τη μετέφεραν στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύτηκε ξανά σε κωματώδη κατάσταση για 3 ημέρες και στη συνέχεια νοσηλεύτηκε ξανά σε ψυχιατρική κλινική για 2 μήνες. Πέρυσι, το 2018, ήταν και η τελευταία από τις συνολικά τέσσερις απόπειρες αυτοχειρίας που έκανε.
Όλα αυτά θα είχαν αποφευχθεί αν έβρισκε την ελάχιστη υποστήριξη από το οικογενειακό της περιβάλλον, αν είχε δεχτεί θεραπεία και υποστήριξη εξαρχής. Αν ένιωθε έστω και στο ελάχιστο πως κάποιος στέκεται δίπλα της. Επισημαίνει:

Σχεδόν όσοι γνώριζαν τι συνέβη με συμβούλευαν να μην κινηθώ ποτέ νομικά. Οι εξαιρέσεις ήταν ελάχιστες. Ακόμη και μια φίλη δικηγόρος με απέτρεπε λέγοντας μου ότι δεν θα αντέξω τη διαδικασία, ότι θα με επηρεάσει αρνητικά, ότι θα είναι δύσκολο, ότι θα θυματοποιηθώ δεύτερη φορά. Κανείς τους όμως δεν υπολόγιζε πόσο δύσκολη ήταν ήδη για μένα η ζωή. Ψυχιατρεία, απόπειρες αυτοκτονίας, εντατικές, διαγνώσεις μετατραυματικού στρες, θεραπείες. Κανείς δεν υπολόγιζε πως είχε φτάσει τόσες φορές κοντά στο τέλος και πως δεν είχα τίποτα πια να χάσω. Μέσα μου ήξερα πως αν δεν το έκανα θα το μετάνιωνα μια ζωή. Και ενώ είχα ήδη χάσει το δικαίωμα σε μια φυσιολογική ζωή, ένιωθα πως με τις συμβουλές τους έχανα ακόμη ένα δικαίωμα μου. Αυτό που θα με δικαίωνε και θα με λύτρωνε.

Λίγο αργότερα από την τελευταία της απόπειρα η Ε. μίλησε. Μίλησε σε ανθρώπους που βρέθηκαν στη ζωή της, ανθρώπους που την ενθάρρυναν να κάνει το αυτονόητο, να προχωρήσει στην καταγγελία. Κυρίως της έδωσαν αυτό που χρειάζεται ένα άτομο που έχει υποστεί κακοποίηση: ασφάλεια, κατανόηση, υποστήριξη. Ήταν οι φίλοι της. Έτσι, μάζεψε τα πράγματα της, έφυγε από το σπίτι της που ήταν ένα εντελώς νοσηρό περιβάλλον γεμάτο κακές αναμνήσεις, φιλοξενήθηκε στο σπίτι μιας φίλης της και απευθύνθηκε σε δικηγόρο.

Προχώρησε σε καταγγελία σχεδόν 15 χρόνια μετά, λίγο πριν την πλήρη παραγραφή του αδικήματος, χρησιμοποιώντας τα πιο σημαντικά εργαλεία που είχε αποκτήσει: την ανθρώπινη επαφή με φίλους, ένα υποστηρικτικό πλαίσιο ανθρώπων που την πίστεψαν και στάθηκαν δίπλα της. Μπορούσε επιτέλους να ανασάνει:

Έπρεπε να διαλέξω επιτέλους ανάμεσα στην οικογένεια μου και την αλήθεια που δεν ήθελαν να δεχτούν. Επέλεξα την αλήθεια και δεν το μετανιώνω ούτε στιγμή. Κατανόησα επιτέλους πως δεν μπορεί να μου συμβεί τίποτα χειρότερο απ’ αυτά που έζησα, κι έτσι το να προχωρήσω νομικά μου ήταν εύκολο. Ήταν εύκολο γιατί η εναλλακτική ήταν να σιωπήσω μια ζωή, έως το τέλος. Να γίνω κι εγώ συνένοχη στο θέατρο που έπαιζαν όλοι και να συνεχίσω τον πρωταγωνιστικό αλλά βουβό μου ρόλο. Και δεν ήθελα να γίνω άλλο συνένοχη σ’ αυτό. Οι ενοχές με καταβρόχθιζαν κάθε μέρα. Είχα ενοχές που δεν μίλησα νωρίτερα, ενοχές που τους επέτρεψα να μου στερήσουν ένα σωρό πράγματα και την ψυχική μου υγεία. Αλλά κουράστηκα να κρύβω την αλήθεια. Κι αυτή η κούραση με έκανε να διαλύσω τη βιτρίνα της ευτυχισμένης οικογένειας που κρύβει τόσο σοβαρά προβλήματα κάτω από το χαλί. Πολλά μέλη της οικογένειας μου, ενώ γνωρίζουν την αλήθεια συνεχίζουν στον προηγούμενο ρόλο τους, δεν ρωτάνε καν για την υπόθεση όταν ερχόμαστε σε επαφή. Δεν με αφορά κανείς τους πια.

εξηγεί, επισημαίνοντας πόσο δύσκολο είναι για κάποιο άτομο που βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση να σταθεί απέναντι σε όλους εκείνους που θέλησαν να θυσιάσουν τη δική της ζωή για να σώσουν την εικόνα τους απέναντι στην κοινωνία. Για την Ε. ήταν ακόμη πιο δύσκολο διότι εκείνοι που θυσίαζαν τη ζωή της, ήταν τα ίδια τα μέλη της οικογένειας της.

Η δικάσιμος πλησιάζει, και το μόνο που την αγχώνει είναι πως πρέπει να αντικρύσει ξανά τον θύτη και να περιγράψει με λεπτομέρειες την κακοποίηση που δέχτηκε. Αν και στη ΓΑΔΑ μετά από Ευρωπαϊκή οδηγία προβλέπεται να υπάρχει οπτικοακουστική καταγραφή της μαρτυρικής κατάθεσης, αυτό συμβαίνει μόνο για τα θύματα τράφικινγκ και για ανήλικους, αλλά όχι για όλα τα θύματα σεξουαλικής βίας έτσι ώστε να αποφεύγεται η δια ζώσης επαφή με τους θύτες:

Η διαδικασία των δικασίμων είναι τέτοια που σχεδόν νιώθω ότι κάποιοι φοβούνται να την απλοποιήσουν για τα θύματα, όσο αυτό είναι δυνατόν, διότι ίσως, τότε, να εμφανιστούν πολλές γυναίκες που θα ζητήσουν το αυτονόητο. Τη δικαίωση τους. Γνωρίζω καλά πως οι υποθέσεις που φτάνουν μέχρι τις δικαστικές αίθουσες καταλήγουν συνήθως υπέρ του δράστη και κατά του θύματος. Επιλέγω μόνο τελευταία να έχω μια μικρή ελπίδα για την έκβαση της δίκης. Αυτό που γνωρίζω σίγουρα είναι ότι διαλέγοντας να δώσω την μάχη δεν μετρά πια μόνο η έκβαση της δίκης για μένα, και δεν το μετανιώνω στιγμή. Ούτε τις πολύ δύσκολες μέρες που υπάρχουν ακόμη.

υπογραμμίζει η Ε.

Μετά την πρώτη μας συνάντηση ακολούθησαν κι άλλες. Παρατηρώντας τη ζωή της για μήνες διαπιστώνει κανείς πως η ζωή της Ε. δεν είναι απλά μια ιστορία αναζήτησης δικαίωσης, δεν είναι μόνο μια προσπάθεια λύτρωσης έτσι ώστε να καταφέρει να απαγκιστρωθεί από το βίωμα και να ζήσει μια ζωή όπως την ονειρεύεται, χωρίς εφιάλτες. Είναι μια ιστορία χειραφέτησης της ανθρώπινης ύπαρξης. Μια ιστορία μιας γυναίκας που πήρε ενάντια σε όλες τις πιθανότητες, τη ζωή στα χέρια της.

Η ίδια λέει:

Οι περισσότεροι άνθρωποι που δεν έχουν βρεθεί σε μια τέτοια κατάσταση δεν θέλουν να ξέρουν πόσο σε επηρεάζει ένα τέτοιο γεγονός. Είναι σαν να ζω με τα χέρια μου κομμένα και να μου ζητάνε να τους δείξω με το δάχτυλο που βρίσκεται το πρόβλημα και πού η λύση. Για μένα όμως δεν υπάρχει λύση, δεν υπάρχει επίλογος, δεν υπάρχει πλήρης δικαίωση, δεν υπάρχει τιμωρία και δεν την αναζητώ με τη μορφή εκδίκησης. Ήθελα εξαρχής να ακουστεί η αλήθεια, το δικαίωμα μου στην αλήθεια. Δεν χρειάζεται να σε σκοτώνουν σταδιακά ή να προσπαθείς να πεθάνεις μόνος σου για να σε πιστέψουν. Είναι βάρβαρο να παρακαλάς για να αναγνωριστεί από τους τριγύρω σου πως το σώμα σου, σου ανήκει για πάντα. Σε σένα και μόνο. Αναρωτήθηκα πολλές φορές αν εκείνος είχε μετανιώσει, αν είχε αλλάξει. Μια φίλη μου, μου είπε πως αν αυτό είχε συμβεί θα το μάθαινα. Και όταν διαβάζω τα έγγραφα από τις καταθέσεις του συνειδητοποιώ πως όχι, δεν άλλαξε καθόλου. Άλλαξα όμως εγώ.

Κι αυτή η χειραφέτηση, η απελευθέρωση, η λύτρωση, ξεκίνησε να αναπτύσσεται όταν μίλησε. Για πολλά χρόνια ζούσε σε ένα δωμάτιο γεμάτο άγρια θηρία και εφιάλτες. Κι όμως μίλησε και κατάφερε να βρει την πόρτα που οδηγεί στη ζωή. Στη ζωή και όχι στην επιβίωση. Το μόνο που χρειάστηκε είναι αυτός ο κοινός τόπος που μοιάζει με παράδεισο για τους ανθρώπους που έχουν στερηθεί το δικαίωμα στην αλήθεια τους. Ο τόπος της κατανόησης, ένας τόπος με ανθρώπους που λένε «εγώ σε πιστεύω και είμαι δίπλα σου».

Την τελευταία φορά που τη συνάντησα, μου χάρισε ένα μενταγιόν σε σχήμα κορδέλας που έγραφε «survivor». Kαι είναι όντως μια επιζήσασα. Ένας άνθρωπος που κατάφερε να μιλήσει και να διεκδικήσει. Κι αυτό ήταν μια προσωπική νίκη, αλλά και μια νίκη για όλους τους ανθρώπους, ανήλικους και ενήλικους που υφίστανται οποιαδήποτε κακοποίηση καθημερινά. Είναι μια νίκη που της χάρισε ξανά το χαμόγελο και ελάχιστες στιγμές ανεμελιάς που σταδιακά την απομακρύνουν από το ζόφο.

Όπως είπε:

Μου επέβαλαν τη σιωπή για πολλά χρόνια. Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια ζούσα στη σιωπή. Αρνούμαι να το κάνω αυτό πια. Η σιωπή δεν είναι χρυσός, δεν ήταν ποτέ χρυσός. Ήταν απλώς ένα ψέμα που είχε πιστέψει κι εγώ. Τη μέρα που υπέγραψα τη μήνυση το χέρι μου έτρεμε τόσο που δυσκολευόμουν να βάλω την υπογραφή μου. Κι όμως μετά κρατούσα το αντίγραφο της μηνυτήριας αναφοράς τόσο σφιχτά που χαμογελούσα στο δρόμο μόνη μου. Χαμογελούσα πιο αληθινά από ποτέ. Οι διαδικασίες κινήθηκαν γρήγορα, ενώ στην αρχή πίστευα πως θα φτάσει μέχρι το στάδιο της προανάκρισης και η υπόθεση μου θα αρχειοθετηθεί. Κι όμως με πίστεψαν. Και δεν μπορώ να πιστέψω ακόμη πόσοι άνθρωποι στάθηκαν δίπλα μου και με πίστεψαν.

Μια μέρα τη ρώτησα γιατί θέλει να πει την ιστορία της. Και υπήρχε εκεί ένα κίνητρο βαθύτερο και σημαντικότερο από οποιοδήποτε άλλο:

Ένιωσα πολύ μόνη, πολλές φορές, για πολλά χρόνια. Θέλω να μιλήσω γι’ αυτό γιατί ξέρω πως όπως κι εγώ, πολλοί άνθρωποι θα ψάχνουν να διαβάσουν ιστορίες άλλων ανθρώπων που τους συνέβη το ίδιο. Όταν κατάλαβα τι μου είχε συμβεί, έψαχνα απελπισμένα ιστορίες άλλων για να βρω μια διέξοδο. Και όσο έβλεπα ότι κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτό, ένιωθα ακόμη πιο μόνη. Θέλω να μιλήσω γι’ αυτό, γιατί ξέρω πώς είναι αυτή η μοναξιά. Είναι πολύ συγκεκριμένη αυτή η μοναξιά. Και δεν θέλω να νιώθει κανένας άνθρωπος μόνος. Οι άνθρωποι πρέπει να μιλάνε, με όποιο τρόπο αντέχουν και όσο αντέχουν. Να μιλάνε σε όποιον μπορούν γι’ αυτό που τους συνέβη. Η δικαστική μάχη είναι ένας μόνο τρόπος. Δεν το πίστευα ότι θα συμβεί, αλλά υπήρχαν άνθρωποι πρόθυμοι να ακούσουν, να καταλάβουν.

 

Θα ήθελα με κάποιο τρόπο να μιλήσω σε όλους τους ανθρώπους που έχουν περάσει κάτι ανάλογο, να τους πως είναι λύτρωση το να μιλάς. Να χτυπήσουν όσες πόρτες χρειαστεί μέχρι να βρουν ανθρώπους να τους ακούσουν. Να μιλήσουν για εκείνες και για εκείνους και για τα επόμενα θύματα που θα υπάρξουν. Η απόλυτη σιωπή σκοτώνει. Μοιάζει δύσκολο και είναι δύσκολο. Ίσως να είναι δύσκολο για πάντα, αλλά κάθε φωνή που ακούγεται, κάθε διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους, είναι ο κρίκος σε μια αλυσίδα. Είναι απελευθερωτικό να γίνεσαι μέρος αυτής της αλυσίδας, γιατί απ’ τη στιγμή που θα δεθείς, δεν θα είσαι ποτέ πια μόνη ή μόνος. Υπάρχει κάτι σχεδόν μαγικό στο να υψώνεις τη φωνή σου έχοντας απέναντι σου αυτό που φοβάσαι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Υπάρχει κάτι μαγικό στο να κοιτάς το φόβο σου κατάματα. Αφορά ένα είδος λύτρωσης που δεν περιγράφεται και δεν συγκρίνεται με τίποτα άλλο. Το να μιλάς είναι ελευθερία.