Αλιεύσαμε από Info-war
του Άρη Χατζηστεφάνου | Εφημερίδα των Συντακτών
Η δημοσιοποίηση των απόρρητων αρχείων για τη δολοφονία του Τζον Κένεντι μπορεί να μην έφερε στο φως νέα στοιχεία για τη συγκεκριμένη υπόθεση, μας πρόσφερε όμως σημαντικές αποκαλύψεις για τη δράση της CIA στην Ελλάδα: από τη χρηματοδότηση κομμάτων στις εκλογές του 1961 και τη συνεργασία του Σταύρου Νιάρχου με τις μυστικές υπηρεσίες μέχρι μυθιστορηματικές διηγήσεις για Έλληνες πράκτορες στην Αβάνα…
«Mην περιμένετε και τίποτα συνταρακτικό», δήλωσε ο Ντόναλντ Τραμπ σε μια σπάνια στιγμή ειλικρίνειας καθώς ανακοίνωνε τη δημοσιοποίηση δεκάδων χιλιάδων απόρρητων εγγράφων σχετικά με τη δολοφονία του Κένεντι. Ομολογουμένως τα αρχεία της CIA, του FBI και άλλων υπηρεσιών δεν έλυσαν ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια του 20ού αιώνα. Δεκάδες χώρες σε όλο τον κόσμο, όμως, απέκτησαν μερικά από τα κομμάτια του παζλ που τους έλειπαν για να κατανοήσουν τον σκοτεινό ρόλο της αμερικανικής κατασκοπίας.
Για την Ελλάδα, θεωρητικά η σημαντικότερη αποκάλυψη, που δεν προκαλεί όμως καμία έκπληξη, είναι η αναφορά σε χρήματα που μετέφερε η CIA στη χώρα πριν από τις εκλογές βίας και νοθείας του 1961 που έφεραν στην εξουσία τον Καραμανλή – παρόμοιες παρεμβάσεις έγιναν την ίδια περίοδο σε Περού, Ιταλία, Βραζιλία και Φινλανδία.
Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν οι λεπτομέρειες για τις κοινές επιχειρήσεις που πραγματοποιούσε ο Σταύρος Νιάρχος με τη CIA εναντίον του Αριστοτέλη Ωνάση, όταν ο τελευταίος είχε εξασφαλίσει τη μεταφορά σχεδόν του 90% του πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας, προκαλώντας την οργή του Λονδίνου, της Ουάσιγκτον και των Ελλήνων ανταγωνιστών του. Όπως μαθαίνουμε, «ο Νιάρχος προσέφερε τα χρήματα, το προσωπικό και τα έγγραφα» και η CIA τα κανάλια επικοινωνίας, ώστε να αποκαλυφθούν παράνομες δραστηριότητες του Ωνάση. Ο Νιάρχος, όμως, φαίνεται πως προχώρησε και ένα βήμα περισσότερο βάζοντας «κοριούς» στο γραφείο του Ωνάση – γεγονός για το οποίο η CIA δηλώνει ότι δεν φέρει καμία ευθύνη.
Από άλλα τηλεγραφήματα που αφορούν την ίδια υπόθεση, επιβεβαιώνεται και η πληροφορία ότι η CIA είχε αγοράσει και λειτουργούσε μια εφημερίδα στην Αθήνα, το όνομα της οποίας όμως δεν αναφέρεται.
Σε άλλα έγγραφα μαθαίνουμε ότι ο έμπορος όπλων και πράκτορας της CIA, Θεόδωρος (Τεντ) Ρούσσος, επιχείρησε να μεσολαβήσει στην πώληση όπλων στην πρώτη μεταδικτατορική κυβέρνηση της Ελλάδας από τον διαβόητο μισθοφόρο Michell WerBell III. Η CIA διατάσσει τον Ρούσσο να απέχει από την υπόθεση καθώς το όνομά του είναι συνδεδεμένο με τον αμερικανικό παράγοντα και θα ενισχύσει το αίσθημα αντι-αμερικανισμού μετά τη δικτατορία. Ο Ρούσσος επισημαίνει ότι αν η υπηρεσία θέλει να αποτρέψει την πώληση, θα πρέπει να επικοινωνήσει απευθείας με τον (τότε υπουργό Άμυνας) Αβέρωφ. Το ενδιαφέρον όμως βρίσκεται στο γεγονός ότι ο Ρούσσος ενημερώνει την υπηρεσία ότι «τα όπλα που έχουν ζητήσει οι Έλληνες προορίζονται για αντάρτες και όχι για βασικές μονάδες του [ελληνικού] στρατού» – πληροφορία την οποία οι αξιωματούχοι της CIA αφήνουν ασχολίαστη.
Σε αρκετά τηλεγραφήματα που αφορούν την Ελλάδα και την Κύπρο η CIA δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να στρατολογήσει ή να «φυτέψει» πράκτορες σε συνδικάτα, εφημερίδες αλλά και υπουργεία. Σε τηλεγράφημα του 1964 οι σταθμοί της CIA στην Ελλάδα και την Τουρκία καλούνται να συνδράμουν επιχειρήσεις που πραγματοποιεί το γραφείο της υπηρεσίας στην Κύπρο σε συνεργασία τον τότε υπουργό Εσωτερικών. Το αξίωμα κατείχε τότε ο Πολύκαρπος Γιωρκάτζης, ο οποίος σύμφωνα με καταγγελίες του Βάσου Λυσσαρίδη είχε λάβει 500.000 λίρες από τη CIA. O Γιωρκάτζης, παλιός μαχητής του Γρίβα, είχε κατηγορηθεί χωρίς όμως να υπάρξουν αποδείξεις για την απόπειρα δολοφονίας του Μακαρίου, τον Μάρτιο του 1970, όταν ένοπλοι είχαν γαζώσει το ελικόπτερο του Αρχιεπισκόπου. Ο ίδιος δολοφονήθηκε μία εβδομάδα αργότερα.