Ανδρουλιδάκης, Τιμισοάρα, Ryanair

Αλιεύσαμε από το facebook του Γιάννη Ανδρουλιδάκη

Παρακολουθώ ας πούμε τις τελευταίες ημέρες τη συζήτηση σχετικά με την Κική Δημουλά, το έργο της και την πολιτεία της. Διάφορα γράφονται και αυτό είναι καλό, γιατί οι απόψεις -αντίθετα με αυτό που είπε ο Κλιντ Ίστγουντ- είναι σαν τις πετσέτες: πρέπει να έχουμε πολλές να αλλάζουμε.

Εμένα για παράδειγμα, δε μου άρεσε καθόλου η Δημουλά, βρίσκω την ποίησή της εξαιρετικά αυτοαναφορική, χωρίς την παραμικρή κυβιστική προοπτική για κάτι έξω από τον εαυτό της, μου δίνει δηλαδή διαρκώς την αίσθηση ότι αντιμετωπίζει τον κόσμο σαν ένα αναγκαίο κακό που την αποσπά από τα συννεφάκια της και η γλώσσα της δε με συγκινεί, έχει έναν περιττό βερμπαλισμό που με κουράζει. Διαφωνώ επίσης ότι στην ποίησή της εκφράζεται με κάποιο τρόπο μια «γυναικεία ευαισθησία», θεωρώ ότι αυτή η προσέγγιση υπονοεί ότι η γυναικεία ευαισθησία είναι κατ’ ανάγκη αυτοαναφορική επειδή ασφυκτικά και αυτό δεν χρειάζεται να προστρέξει κανείς στην Σίλβια Πλαθ ή τη Βιρτζίνια Γουλφ για να καταλάβει ότι είναι λάθος, υπάρχουν και λιγότερο γνωστές ποιήτριες και πεζογράφοι που το επιβεβαιώνουν. Τέλος θεωρώ ότι αυτή η αυτοαναφορικότητα δεν είναι άσχετη με τη στάση της, η οποία με διάφορους τρόπους μέσα στα χρόνια καλούσε τον κόσμο να σταματήσει να την ενοχλεί: στη χούντα, στο μνημόνιο, στην Κυψέλη.

Θα μου πει ίσως κάποιος «ναι, καλά, κι εσένα σου αρέσει ο Μπουκόφσκι που ήταν όλα αυτά, σε σεξιστή άνδρα», θα απαντήσω εγώ ότι «ναι, αλλά ο Μπουκόφσκι αντιμετωπίζει με τόση τρυφερότητα αυτή τη ματαίωση που τελικά μόνο αυτοαναφορικός δεν είναι», θα πει ο άλλος κάτι άλλο και έτσι θα συνεχιστεί αυτή η συζήτηση η οποία είναι υγεία.

Αυτό αντίθετα που δε μου φαίνεται καθόλου υγιές είναι η απόπειρα ορισμένων να απαγορεύσουν την κριτική στη Δημουλά, επειδή πέθανε και έχουμε τάχα όλοι μαζί ηθική υποχρέωση να συμμετάσχουμε στο πένθος. Απόπειρα η οποία μάλιστα εκφράζεται με φράσεις ευγενικές όπως «σκάστε πια», «βουλώστε το για λίγο» κ.ά.

Θα μπορούσα να δεχτώ ότι οφείλω να κρατήσω τη γνώμη μου για τον εαυτό μου απέναντι σε κάποιον που έχασε μόλις έναν συγγενή ή έναν φίλο. Να γονατίσω ας πούμε απέναντι στην αίσθηση της απώλειας, η οποία είναι άλλωστε η βαθύτερη αιτία της ανθρώπινης αλληλεγγύης. Εδώ όμως δεν πρόκειται περί αυτού, Η Δημουλά δεν ήταν η αγαπημένη σας μανούλα ή η φίλη σας. Ήταν μια τύπισσα η οποία εξέφραζε δημόσιο λόγο και διεκδικούσε να είναι δημόσιος και να γίνεται αντιληπτός ως τέτοιος ο λόγος της. Αλλιώς, δεν θα δεχόταν πχ να πάρει το Κρατικό Βραβείο Ποίησης από τη χούντα -και ούτε και από τη δημοκρατία εδώ που τα λέμε. Θα έλεγε «παιδιά μην αγχώνεστε, εγώ για μένα τα γράφω». Δεν θα έβγαζε βιβλία. Δεν θα υπέγραφε δηλώσεις ότι πρέπει να τολμήσουμε να δεχτούμε το Μνημόνιο. Θα τα έλεγε ιδιωτικά όλα αυτά.

Η ιδέα ότι ένας δημόσιος βίος και λόγος γίνεται ξαφνικά απρόσιτος στην κριτική επειδή ο φορέας του πέθανε μου φαίνεται χυδαία. Έχω γράψει επιθετικούς επικήδειους όταν πέθαναν ο Ψωμιάδης, ο Μητσοτάκης, ο Δαρείος των ΜΑΤ και είχα γράψει και έναν για τον Θέμο Αναστασιάδη που τον κατέβασα επειδή με επηρέασε ένας φίλος και μετανιώνω -είχα γράψει μάλιστα «εκομήσθη ο Θέμος» και τώρα χάθηκε η ατάκα.

Ο δημόσιος λόγος και ο δημόσιος βίος στοχεύουν σε μεγάλο βαθμό στην αθανασία, αλλά αυτή δεν είναι πάντα μια ευχάριστη κατάσταση. Έχει τους κινδύνους της. Θα πρέπει να το καταλάβουμε όλοι αυτό. Η ιδέα ότι θα αποθεώνουμε κάποιον που δε μας άρεσε επειδή πέθανε είναι αντίστοιχη με την ιδέα ότι μπορούμε να γράφουμε αυτοναφορική ποίηση, να παίρνουμε κρατικά βραβεία από τη χούντα, να υποστηρίζουμε τα μνημόνια και να μη μας παίρνουν οι μετανάστες τα παγκάκια. Είναι δηλαδή ένα πελώριο «εσείς σκάστε».

Υπάρχει δηλαδή μια συνέπεια σε όλο αυτό, οφείλω να το αναγνωρίσω. Αλλά δεν θα πάρω, συγγνώμη.

Σημείωση: Οι απόψεις που αναδημοσιεύονται δεν εκφράζουν οπωσδήποτε την Ελληνοφρένεια.