Ανδρουλιδάκης, Τιμισοάρα, Ryanair

Χθες, λίγο πριν τις 2 το πρωί, σε κάποια από αυτές τις εκπομπές που τραγουδάνε, φώναξαν στην πίστα να τραγουδήσει τον Αντύπα -μια κάπως επιθετική υπενθύμιση της σχεδόν υποχρεωτικής αντίληψης ότι στο μεγάλο κέφι όλοι αναζητάμε μετά μανίας την υποκουλτούρα, την αγάπη για την οποία επιμελώς κρύβουμε τις υπόλοιπες ώρες (μην τους πιστεύετε: υπάρχουμε πολλοί άνθρωποι που στις στιγμές του μεγάλου κεφιού κλίνουμε το κεφάλι στις μουσικές του Σοστακόβιτς και του Λεό Φερρέ ή αναζητάμε τη χαρά στους στίχους του Νίκου Καρούζου, του Ραφαέλ Αλμπέρτι και του Μπενζαμέν Περέ).

Βγήκε λοιπόν ο Αντύπας με μια κακοφορεμένη περούκα, επιβαρυμένος με 12 κιλά μακιγιάζ, σε κατάσταση νεκροφάνειας, κάτι μεταξύ ανδροειδούς και αιγυπτιακής μούμιας που μόλις ξύπνησε, άνοιξε τα χέρια του προς το κοινό -μια κίνηση που οι σκυλάδες έχουν αντιγράψει από τον Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά επειδή την κάνουν λάθος μοιάζουν πιο πολύ με φασίστες ηγέτες του Μεσοπολέμου- και άρχισε να τραγουδά το «Μωρό μου καλησπέρα» (ένας εφιάλτης από τα πάρτι της Γ’ Λυκείου, που μαζεύαμε λεφτά για την πενταήμερη).

Πρόσεξα ότι ο Αντύπας εκτελούσε το τραγούδι υπό μορφή αυτοσχεδιασμού, δηλαδή έβαζε διάφορες άσχετες φράσεις ανάμεσα στους στίχους, του τύπου «να κλείσω όλα τα τηλέφωνα και κινητά και σταθερά» και τέτοια. Ώσπου κάποια στιγμή στον αυτοσχεδιασμό του είπε τη φράση: «Σε είδα ξαφνικά χθες στη γωνία μωρό μου. Έτρεξα μα δε σε πρόλαβα γλυκιά μου». Μου πήρε κάποια δέκατα να συνειδητοποιήσω τι είχα ακούσει, γύρισα ενστικτωδώς δίπλα μου να δω αν το είχαν ακούσει και οι άλλοι και τελικά ήταν όντως έτσι: ο Αντύπας είχε προσθέσει στο «Μωρό μου καλησπέρα» μισή στροφή από το «Μωρό μου» του Δημήτρη Πουλικάκου.

Μετά από αυτό, ανακηρύσσω το 2020 «Υπερρεαλιστικό Έτος Νίκου Εγγονόπουλου» και έχω τη βεβαιότητα ότι θα περάσουμε υπέροχα κι εφέτος.

Αλιεύσαμε από το facebook του Γιάννη Ανδρουλιδάκη