Πηγή: Katiousa

Νίκος Πουρναράς / Οικοδόμος

Ο Δημήτρης Γκόγκος – Μπαγιαντέρας, υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του ρεμπέτικου, που δεν τον άγγιξε η βρωμιά του υπόκοσμου και δεν τον θάμπωσαν τα φώτα του πάλκου. Ένας αγωνιστής που υπηρέτησε τα υψηλότερα ιδανικά και τον χαρακτήριζε η αγάπη για τη ζωή και τον άνθρωπο.

Ήταν 18 του Νοέμβρη 1985 όταν σταμάτησε να χτυπά η καρδιά του  Δημήτρη Γκόγκου – Μπαγιαντέρα. Ο Μπαγιαντέρας ήταν ένας σπουδαίος εκπρόσωπος του ρεμπέτικου (στιχουργός, συνθέτης, ερμηνευτής, οργανοπαίχτης), από αυτούς που αποκαλούμε με μια λέξη μεγάλους κι ένας σπουδαίος άνθρωπος, που δεν τον άγγιξε η βρωμιά του υποκοσμου και δεν τον θάμπωσαν τα φώτα του πάλκου. Μπορεί να πει κανείς ότι αυτά λειτούργησαν αντίθετα, σκάβοντας βαθιά  στον χαρακτήρα του και βγάζοντας στην επιφάνεια πολύτιμα ευρήματα ανθρωπιάς, ενός αγωνιστή με σπάνιο χαρακτήρα.

Ο Δημήτρης Γκόγκος γεννήθηκε στο Χατζηκυριάκειο του Πειραιά, στις 28 του Φλεβάρη 1903. Ήταν το τελευταίο από τα 22 παιδιά του Ιωάννη Γκόγκου, υπαξιωματικού του λιμενικού σώματος, από τον Πόρο, και της Αγγελικής, το γένος Τζιέρη, από την Ύδρα.

Δημήτης Γκόγκος – Μπαγιαντέρας (1903-1985)

Έζησε στη φτώχεια, η οικογένεια μεγάλη, δύσκολο να χορτάσουν τόσα στόματα. Είχε ένα ζευγάρι παπούτσια, χειμώνα καλοκαίρι, που τα έβγαζε στη διαδρομή για το σχολείο για να μη φθείρονται απ’ τις πέτρες των χωματόδρομων και τα φορούσε λίγο πριν μπει στην τάξη. Αξίζει να σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή λόγω των οικονομικών συνθηκών πολλά παιδιά δεν πήγαιναν στο σχολείο. Ο μικρός Δημήτρης έβγαλε το δημοτικό και το γυμνάσιο και στη συνέχεια σπούδασε  ηλεκτρολόγος σε μια τεχνική σχολή του Πειραιά, τον «Προμηθέα». Όμως τα μυαλά του δεν πήραν αέρα. Ο ίδιος έλεγε για τη μόρφωση, ότι τα γράμματα δεν παίζουνε ρόλο, τόσο, όσο η απόχτηση πείρας από τον άνθρωπο μέσα στην κοινωνία.

Από μικρός ήταν ατίθασος χαρακτήρας. Αν και μικρός το δέμας είχε τσαγανό. Ασχολήθηκε με τη γυμναστική και την ελληνορωμαϊκή πάλη και ως παλαιστής πήρε μέρος και σε αγώνες. Όσο μπόι του έλειπε τόση καρδιά είχε, έλεγαν αυτοί που τον γνώρισαν.

Αν και ήρθε από πολύ μικρός σε επαφή με τα μουσικά όργανα, το μπουζούκι άργησε να το πιάσει στα χέρια του. Ήταν εφτά χρονών όταν πρωτόπαιξε μαντολίνο. Σ’ ένα ταβερνείο κοντά στο πατρικό του σύχναζε τότε κάποιος Μιμίκος μπογιατζής με την παρέα του, που παίζανε ρεμπέτικα. Αυτά τα ακούσματα αγγίζουν τον Δημήτρη Γκόγκο.

«…και με τον Άρη αρχηγό να ’ναι γλυκό το βόλι» - Τα αντάρτικα τραγούδια του Μπαγιαντέρα

Ο νεαρός Δημήτρης Γκόγκος μέλος ρεμπέτικης κομπανίας

Μέχρι το 1920 ασχολείται με το μαντολίνο και την κιθάρα, παίζοντας που και που με τις μαντολινάτες του Πειραιά σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, ενώ δουλεύει γκαρσόνι σε μια ταβέρνα για να βγαίνει το χαρτζιλίκι. Στην ταβέρνα μια κομπανία έπαιζε ρεμπέτικα. Ο Δημήτρης όταν έλειπαν οι οργανοπαίχτες ξεκρέμαγε απ’ τον τοίχο το μπουζούκι κι έπαιζε στα κρυφά. Το μπουζούκι, λέει, «θεωρούνταν τότε πρόστυχο όργανο».

Μέχρι το 1923 που αρχίζει να ασχολείται συστηματικά με το μπουζούκι, έχει μάθει μπαγλαμά και βιολί. «Μπουζούκι έπαιζαν τότε πολλοί λίγοι, συνήθως σαντούρια, λαούτα βιολιά, το πρώτο μπουζούκι που μπήκε στον Περαία ήμουν εγώ».

Μαθαίνει μόνος του το μπουζούκι και παίζει όλα τα είδη. Την περίοδο 1923-24 συνήθιζε να παίζει το σουξέ της εποχής  «Ω, Μπαγιαντέρα», απ’ την ομώνυμη οπερέτα του Έριχ Κάλμαν. Το 1925 θα το διασκευάσει για λαϊκή ορχήστρα με μπουζούκι και μαντολίνο και τότε θ’ αποχτήσει το παρατσούκλι Μπαγιαντέρας, με το οποίο θα τον γνωρίσουν όλοι.

«…και με τον Άρη αρχηγό να ’ναι γλυκό το βόλι» - Τα αντάρτικα τραγούδια του Μπαγιαντέρα

Μπαγιαντέρας – Τσιτσάνης

Παράλληλα εργάζεται ως ηλεκτρολόγος στην εταιρεία λιπασμάτων και συχνάζει στα στέκια του εργατόκοσμου. Εκεί παίζει μπουζούκι και μπαγλαμά παρέα με τον Στέλιο Κερομύτη και αποχτά στενή σχέση με τον Στράτο Παγιουμτζή, τον Γιώργο Μπάτη και τον Μάρκο.

Το 1935, συνθέτει το πρώτο του τραγούδι, την «Καπνουλού», που δεν γνώρισε τότε επιτυχία. Αντίθετα, το «Χατζηκυριάκειο – Αποβραδίς ξεκίνησα» γνωρίζει αμέσως μεγάλη επιτυχία και ο Μπαγιαντέρας αρχίζει να γίνεται γνωστός.

Το 1937 εγκαταλείπει το πενιχρό μεροκάματο του εργοστασίου και ασχολείται πια επαγγελματικά με το μπουζούκι. Φεύγει για ένα διάστημα για τη Θεσσαλονίκη όπου συνεργάζεται σε μαγαζιά με τον Παγιουμτζή και τον Μπάτη. Την ίδια χρονιά κατεβαίνει στην Αθήνα και ηχογραφεί στην Κολούμπια τον πρώτο του δίσκο: «Οι καπνεργάτριες» (Βρε καπνουλού μου έμορφη…).

Το τραγούδι αυτό είναι γραμμένο για την αγαπημένη του Δέσποινα Αραμπατζόγλου, εργάτρια στο καπνεργοστάσιο του Παπαστράτου, που είχε έρθει στον Πειραιά το ΄22 προσφυγοπούλα απ’ τη Σμύρνη. Με τη Δέσποινα Αραμπατζόγλου θα παντρευτούν αργότερα και θα φέρουν στον κόσμο τρία παιδιά. Είναι η γυναίκα που θα μοιραστεί μαζί του όλες τις δυσκολίες, τις πίκρες και τις χαρές της κοινής τους ζωής και θα σταθεί δίπλα του μέχρι το τέλος. Ο Μπαγιαντέρας λάτρευε τη Δέσποινα και τη χαρακτήριζε μούσα του. Γι’ αυτήν είχε γράψει πολλά τραγούδια, ένα απ’ αυτά ήταν το πασίγνωστο «Σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει».

Η κόρη του Μπαγιαντέρα, Έλλη Γκόγκου – Μαργαρίτη, αφηγείται πως όταν πήγαιναν με τον πατέρα της να ψωνίσουν για το σπίτι, αυτός πάντα αγόραζε και λουλούδια για τη γυναίκα του. Στην επιστροφή η Δέσποινα τον μάλωνε» γιατί ξόδευε τα λεφτά για λουλούδια κι όχι για αγαθά χρήσιμα στην οικογένεια. Όμως αυτός δεν την άκουγε και συνέχιζε και την επόμενη φορά…

«…και με τον Άρη αρχηγό να ’ναι γλυκό το βόλι» - Τα αντάρτικα τραγούδια του Μπαγιαντέρα

Ο Δημήτρης Γκόγκος – Μπαγιαντέρας με τη σύζυγό του Δέσποινα Αραμπατζόγλου

Προπολεμικά ο Μπαγιαντέρας πιάνει δουλειά στο θρυλικό μαγαζί  «Δάσος» στο Βοτανικό, ιδιοκτησίας του διαβόητου Βλάχου, στοιχείου του υπόκοσμου που μπαινόβγαινε στις φυλακές για φόνους κι άλλα αδικήματα. Στο μαγαζί γνωρίζεται με τον 16χρονο τότε Μανώλη Χιώτη, με τον οποίο θα συνεργαστεί στενά τα επόμενα χρόνια.

«Τον Χιώτη τον ξεκίνησε ο Μπαγιαντέρας, Κι εγώ στο πάλκο με τον Μπαγιαντέρα πρωτανέβηκα…Του Μπαγιαντέρα τα τραγούδια είναι διαλεχτά, ένα κι ένα, πολύ ωραία, όλο αρμονίες. Καλός συνθέτης ο Μπαγιαντέρας και καλός μάγκας. Φίλος μου, δούλεψα μαζί του. Ήταν επαναστάτης, ανάποδος αλλά καλό παιδί. Είναι τυφλός από την Κατοχή, δεν ξέρω πώς, αυτά είναι δικά του, εντελώς δικά του, ήταν όμως δυνατό παιδί και μπράβο του»

Γιάννης Παπαϊωάννου

Τον Απρίλη του 1941 ο Μπαγιαντέρας θα χάσει την όρασή του πάνω στο πάλκο (είχε προσβληθεί πριν από λίγο καιρό από γλαύκωμα) και από τότε θα παραμείνει τυφλός ως το θάνατό του.

«Δούλευα στο Δασκαλάκη στο Μαρούσι», λέει ο ίδιος. «Τότε το μεροκάματο ήταν πολύ μικρό και δεν έπρεπε να χάνουμε ούτε μια μέρα. Τα μάτια μου πονούσαν συνεχώς, ήξερα ότι έχω γλαύκωμα. Έτσι μια μέρα εκεί που έπαιζα ένα από τα γνωστά μου τραγούδια αισθάνθηκα ότι έχανα το καθετί από μπροστά μου. Από κει κι έπειτα άρχισε η περιφρόνηση από πολλούς. Δεν μπορούσαν να βασιστούν πια σε μένα. Έκανα τα πάντα για να τους αποδείξω ότι αξίζω . Δημιούργησα τις μεγαλύτερές μου επιτυχίες εκείνη την εποχή, που τραγουδήθηκαν και τραγουδιούνται ακόμη . Άρχισαν τότε αυτοί που με περιφρόνησαν να με φροντίζουν κάπως και να με πλησιάζουν…ποντάροντας όπως καταλάβαινα στα τραγούδια μου… Δεν έπαψα ποτέ να παίζω μπουζούκι και κιθάρα, παρόλο που είχα χάσει το φως μου, αλλά μετά ήρθε η κατοχή…»

«…και με τον Άρη αρχηγό να ’ναι γλυκό το βόλι» - Τα αντάρτικα τραγούδια του Μπαγιαντέρα

Δημήτρης Γκόγκος – Μπαγιαντέρας

Παιδί της εργατικής τάξης ο Μπαγιαντέρας, ήρθε αντιμέτωπος με τις κοινωνικές ανισότητες και την αδικία. Ανέπτυξε έντονο ενδιαφέρον για τα κοινά και αυτό τον έκανε να ξεχωρίζει από τους περισσότερους του συναφιού του. Πριν τυφλωθεί συνήθιζε να διαβάζει, να ενημερώνεται για την πολιτική κατάσταση, κάτι που τον βοήθησε και να κατασταλάξει στα πιστεύω του και να γίνει  μέλος του ΚΚΕ. Η μόρφωση που είχε αποχτήσει τον βοηθάει να μοιράζεται τις ανησυχίες του  με τους άλλους εργάτες και στη διαφωτιστική δουλειά μαζί τους.

ΤΟΥΣ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥΣ ΔΕ ΦΟΒΑΜΑΙ

Για ντουφέκι δε με νοιάζει ούτε βάζω πια μαράζι
συντροφιά έχω τη λόγχη τη γλυκιά μου ξιφολόγχη.

Αγκαλιά μ’ αυτή κοιμάμαι τους Κενταύρους δε φοβάμαι
θαύματα με κείνη κάνω στις βουνοκορφές απάνω.

Οι φρατέλοι σαν με δούνε ψάχνουν δρόμο για να βρούνε
μα τους στρώνω στο κυνήγι και κείνοι όπου φύγει-φύγει.

Με το ξέσπασμα του πολέμου το ΄40, ο Μπαγιαντέρας βρίσκεται στο αλβανικό μέτωπο. Εκεί θα γράψει τα πρώτα του αντάρτικα τραγούδια: «Τους Κενταύρους δε φοβάμαι συντροφιά έχω τη λόγχη» (οι Κένταυροι ήταν μια επίλεκτη θωρακισμένη ιταλική μεραρχία, που γνώρισε θεαματική ήττα στο Καλπάκι) και «Στης Πίνδου τα βουνά, ψηλά βουνά κι απάτητα».

ΨΗΛΑ ΣΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ ΤΑ ΒΟΥΝΑ

Σου στέλνω χαιρετίσματα απ’ τα βουνά μανούλα
στο καραούλι βρέθηκα στην πιο ψηλή ραχούλα

Ψηλά κι απάτητα βουνά, μανούλα μου, περνούμε
Νεμέρσκα, Πίνδο, Μόρδοβα και πάντοτε νικούμε

Μην κλαις γλυκιά μανούλα μου, που πήγα μακριά σου
γρήγορα θα νικήσουμε και θα βρεθώ κοντά σου

Κι αν δε γυρίσω, μάνα μου, μην κλάψεις, μην πονέσεις
τη νίκη να ’χεις για χαρά και μη μαυροφορέσεις.

Ο Μπαγιαντέρας θα είναι από τους πρώτους που θα ενταχτούν στην Αντίσταση.  Οργανώνεται στο ΕΑΜ και δίνεται μ’ όλες του τις δυνάμεις σ’ αυτό που μπορεί και ξέρει  να κάνει καλά. Με το τραγούδι του θα εμψυχώνει και θα ενθαρρύνει τους αγωνιστές, υπηρετώντας τη λευτεριά για την οποία έλεγε ότι «είναι πολυτιμότερη κι απ’ το φως των ματιών μου».

ΧΑΙΡΕ, Ω ΧΑΙΡΕ  ΛΕΥΤΕΡΙΑ (Βροντούν κι αστράφτουν) 

Βροντούν κι αστράφτουν, πέρα ως πέρα τα δοξασμένα μας βουνά
και μια φωνή αντηχεί στη σφαίρα το «Χαίρε, ω, χαίρε, λευτεριά».

Κι εκεί ψηλά στα σύνορά μας αθάνατος μένει φρουρός,
κρατάει στο χέρι αστροπελέκι ο Λαϊκός μας ο Στρατός.

Για αθάνατα έχει παλάτια τα τιμημένα μας βουνά,
ελπίδα έχει το ντουφέκι και το ΕΑΜ μεσ’ στην καρδιά.

Για κείνο πάντα ξεσπαθώνει για κείνο πάντα αψηφά,
με δάφνες πάντα το στολίζει και μας χαρίζει λευτεριά.

Αρχίζει να γράφει συστηματικά τραγούδια της Αντίστασης με αναφορές στο ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ και τον πρωτοκαπετάνιο του Άρη Βελουχιώτη.

ΦΟΡΕΣΕ ΑΝΤΑΡΤΗ Τ’ ΑΡΜΑΤΑ

Φόρεσ’ αντάρτη τ’ άρματα ζώσε και το σπαθί σου
και σύρε για τον πόλεμο κι η λευτεριά μαζί σου.

Σύρε και θέλω νικητής παιδί μου να γυρίσεις
για τη γλυκιά τη λευτεριά το αίμα σου να χύσεις.

Πολέμησε αντάρτη μου πως πολεμάνε όλοι
και με τον Άρη αρχηγό γλυκό να ’ναι το βόλι.

Στα αντάρτικα τραγούδια του Μπαγιαντέρα περιγράφεται το ζοφερό κλίμα της εποχής αλλά και η ελπίδα της απελευθέρωσης. Συναντάμε αναφορές στους αγώνες του ΄21 και σ’ άλλες στιγμές της ελληνικής ιστορίας, που σκοπό έχουν να αναδείξουν τις αγωνιστικές παραδόσεις του λαού μας, να τονίσουν ότι η ιστορία δεν σταματά, να ενθαρρύνουν το λαό στον αγώνα του ενάντια στον χιτλερικό καταχτητή. Μοναδικό φως «το καντήλι που ανάβει ο ΕΛΑΣ» λέει ένας στίχος του.

ΣΤΗ ΣΚΛΑΒΩΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΣ 

Στη σκλαβωμένη Ελλάδα μας τα βράδια
βλέπεις στους δρόμους τους νεκρούς κοπάδια,
κανείς δε βρίσκεται κερί ν’ ανάψει,
η μαύρη η σκλαβιά μας έχει κάψει.

Και μόνο απ’ τα βουνά ένα καντήλι
ανάβει κάθε μέρα με το δείλι,
τ’ ανάβει ο ΕΛΑΣ και δε θα σβήσει,
της λευτεριάς το δρόμο να φωτίσει.

Κι η δόξα που μονάχη αργοδιαβαίνει
τα λίγα παλληκάρια περιμένει,
προσμένει εκεί για να τα στεφανώσει,
της νίκης το στεφάνι να τους δώσει.

Την περίοδο της Αντίστασης μεταξύ άλλων διασκευάζει και το τραγούδι «Τους κενταύρους δε φοβάμαι» προσαρμόζοντάς το στις νέες συνθήκες, για να υμνήσει τις τωρινές νίκες του αντάρτικου. Από «Τους Κενταύρους δε φοβάμαι/  συντροφιά έχω τη λόγχη/  τη γλυκιά μου ξιφολόγχη», μετατρέπεται σε «Αρχηγό μου έχω τον Άρη, το λεβεντοπαληκάρι».

Ο Μπαγιαντέρας εκτός από αντάρτικα τραγούδια έγραψε επίσης ποιήματα για να απαγγέλλονται (και που δεν μελοποίησε) γιατί όπως πίστευε κι ο ίδιος «η ποίηση έχει μέσα της το δικό της ρυθμό και τη δική της μελωδία».

Ένα από τα πιο αξιόλογα τραγούδια του, που μιλάει για τη μεγάλη πείνα της κατοχής ήταν  «Του Κυριάκου το γαϊδούρι».

ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΤΟ ΓΑΪΔΟΥΡΙ

Του Κυριάκου το γαϊδούρι το ’χαν όλοι τους για γούρι,
σαν γυρνούσε στο παζάρι το ’χαν για κρυφό καμάρι.

Με κουδούνια στολισμένο, λαχανίδα φορτωμένο,
μες στις γειτονιές γυρνούσε, ταλαράκια οικονομούσε.

Το είχε σαν μικρό παιδάκι και γι’ αυτό το ’χε μεράκι.
Του το σφάξαν ένα βράδυ για μοσχάρι στο σκοτάδι.
Του το σφάξαν ένα βράδυ με την πείνα τη μεγάλη.

Τώρα μοναχός στους δρόμους τα καλάθια του στους ώμους
διαρκώς παντού κοιτάζει, το γαΐδούρι του φωνάζει.

«Μέσα από κάτι μικρό και ταπεινό ο Μπαγιαντέρας δίνει μια τοιχογραφία της εποχής. Δεν μας μιλά άμεσα για την πείνα, ούτε απαριθμεί τους νεκρούς από πείνα που έφτασαν το ένα δέκατο του πληθυσμού της Αθήνας και του Πειραιά, αλλά αποκαλύπτει ξαφνικά μέσα από την τελευταία στροφή την τραγωδία ενός ολόκληρου λαού».

«…και με τον Άρη αρχηγό να ’ναι γλυκό το βόλι» - Τα αντάρτικα τραγούδια του Μπαγιαντέρα

Ο Μπαγιαντέρας με την οικογένειά του

Τα χρόνια της Κατοχής είναι πιο δύσκολα για τον τυφλό Μπαγιαντέρα. Για να επιζήσει γυρίζει στα συσσίτια, και τραγουδάει  στα καφενεία και στα παλιά πειραιώτικα στέκια του τα ρεμπέτικα τραγούδια του που γνωρίζει και αγαπά ο κόσμος που τον βοηθά, αλλά και τα αντάρτικα κι άλλα επαναστατικά της εποχής, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και κακοποιηθεί πολλές φορές από τους Γερμανούς και τους ταγματασφαλίτες συνεργάτες τους. Σποραδικά θα δουλέψει και σε κάποια μικρά μαγαζιά.

Μετά την Κατοχή εξακολουθεί να περνάει δύσκολες στιγμές, ζώντας ξεχασμένος από τους περισσότερους συναδέλφους του κι από όσους έβγαλαν λεφτά από τα τραγούδια του, μα όχι από τον απλό κόσμο, τον εργατόκοσμο των συνοικιών που τον αγαπούσε και τον αντιμετώπιζε με ζεστασιά. Θα ζήσει πολύ φτωχικά με την οικογένειά του, στην Καλλιθέα, και θα γυρίζει από ταβέρνα σε ταβέρνα με το μπουζούκι στα χέρια, έχοντας δίπλα του την μικρή Έλλη, την κόρη του, που από παιδί γίνεται τα μάτια και το στήριγμά του.

«…και με τον Άρη αρχηγό να ’ναι γλυκό το βόλι» - Τα αντάρτικα τραγούδια του Μπαγιαντέρα

Η μικρή Έλλη δίπλα στον πατέρα της Δημήτρη Γκόγκο – Μπαγιαντέρα

Ο Μπαγιαντέρας ήταν άνθρωπος σπάνιας ψυχικής ομορφιάς, τρυφερός, βαθιά ευαίσθητος, που δεν τον άγγιζαν στερεότυπα και προκαταλήψεις που χωρίζουν τους ανθρώπους, και που κυριαρχούσαν στην κοινωνία εκείνη την εποχή. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό, όταν η άλλη κόρη του φέρνει στο σπίτι για να  γνωρίσει στην οικογένειά της, τον μέλλοντα σύζυγό της που είναι αφροαμερικανός. Η μάνα της ξαφνιάζεται και της λέει αυθόρμητα: «το σκέφτηκες καλά;» Ο Μπαγιαντέρας της λέει: «Παιδί μου για μένα είναι όλα μαύρα. Αν τον αγαπάς και είναι καλός άνθρωπος, τότε με την ευχή μου»…

Έγραψε περίπου εβδομήντα τραγούδια, πολλά απ’ τα οποία τραγουδιούνται και θα τραγουδιούνται συντροφεύοντας τις χαρούμενες και τις δύσκολες ανθρώπινες στιγμές και τις παρέες. Η φυσική του απουσία δεν μπόρεσε να σβήσει τον Μπαγιαντέρα από τη μνήμη και τις καρδιές αυτών που τον γνώρισαν στη ζωή, αλλά και όσων, πολλών, τον συνάντησαν μέσα απ’ τα τραγούδια του, στα σταυροδρόμια όπου αντάμωναν η ευαισθησία του, η καλοσύνη του, τα ιδανικά και συνολικά η αγωνιστική στάση ζωής του Δημήτρη Γκόγκου – Μπαγιαντέρα.

«Η ζωή μας είναι πολύτιμη. Εγώ λέω της γυναίκας μου: άμα θα πάψω να νιώθω τη ζωή θα πάω να γεμίσω το κρεβάτι μου λουλούδια, θα τα σκορπίσω, θα γράψω ένα τραγούδι και τότε θα σχολάσω…» έλεγε…

Τη Δευτέρα, 18 του Νοέμβρη 1985, ο Μπαγιαντέρας «σχόλασε» και κατέβηκε για πάντα από το ρεμπέτικο πάλκο, μα όχι απ’ το «πάλκο» της μνήμης και της καρδιάς μας.

ΥΓ. Να δείτε αυτό το αφιέρωμα, που επιμελήθηκε η Κατερίνα Βεάκου με τη συνδρομή της Έλλης Γκόγκου – Μαργαρίτη κόρης του Μπαγιαντέρα, στο οποίο ακούγονται και πολλά τραγούδια του Μπαγιαντέρα, σε επιμέλεια του δεξιοτέχνη του μπουζουκιού Σπύρου Γκούμα.