Ένα ρεπορτάζ που δείχνει πώς ο αυτισμός δεν είναι μια ασθένεια που θεραπεύεται κανείς, ούτε μια κοινωνική κατασκευή από την οποία μπορεί να ξεφύγει. Είναι διάχυτος, χρωματίζει κάθε εμπειρία, κάθε αίσθηση, αντίληψη, σκέψη, κάθε πτυχή της ύπαρξης.

Μαρία Λούκα

Ο Βασίλης είναι 23 ετών. Μου λέει ότι μερικές φορές πηγαίνει από το σπίτι του στο Κερατσίνι μέχρι το Ωδείο στο Βύρωνα με το ποδήλατο. Ζηλεύω λίγο γι’ αυτό. Πιο πολύ ζηλεύω που έμαθε να παίζει 14 κομμάτια στο πιάνο πριν πάει στο Ωδείο, κυρίως γιατί θυμάμαι τη στωική υπομονή του συμμαθητή μου που πριν δύο δεκαετίες μου έδειχνε καθημερινά το «Fur Elize» του Μπετόβεν και τη διακριτική απογοήτευση σε κάθε δική μου απερίγραπτα άστοχη επανάληψη.

Ο Βασίλης είναι αυτιστικός. Πρόκειται για μια πληροφορία που αν την απογυμνώσεις από όλο το βάρος της δυστυχίας, της κακοτυχίας και της άγνοιας που της φορτώθηκε, δε σημαίνει τίποτα παραπάνω από μια διαφορετική νευρολογική τυπολογία στο πολύπλοκο και πολύμορφο σύμπαν που αποτελεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος.

Τον συνάντησα ένα μεσημέρι σ’ ένα καφέ στο κέντρο της Αθήνας μαζί με τον Στράτο, επίσης αυτιστικό. Αφορμή γι’ αυτή τη συνομιλία υπήρξε το γεγονός ότι και οι δύο αποτελούν μέλη μιας υπό σύσταση θεατρικής ομάδας. Παράλληλα παρακολουθούσα με ανατριχίλα τον ατόφιο λόγο μίσους που αρθρώνεται από τον Τραμπ μέχρι τους wanna be influencers του ελληνικού ακροδεξιού διαδικτυακού χάρτη εις βάρος μιας 16χρονης που παλεύει για να αποτραπεί η πορεία οικολογικής καταστροφής του πλανήτη.

Η Γκρέτα Τούνμπεργκ φέρει ταυτότητες που ενεργοποιούν τα πιο ταπεινά ανακλαστικά του κοινωνικού κανιβαλισμού. Είναι θηλυκότητα σ’ έναν πατριαρχικά περιφραγμένο κόσμο, είναι ακτιβίστρια στο συγκείμενο της νεοφιλελεύθερης αντιπεριβαλλοντικής καπιταλιστικής εσχατολογίας και Aspie («έχει διαγνωστεί με σύνδρομο Ασπενγκερ») σε μια ζώσα πραγματικότητα που παθολογικοποιεί την ετερότητα. Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό της έγινε το σημείο διασταύρωσης των χολερικών στρατηγικών υποτίμησης και χλευασμού, αφού η ενήλικη κανονικότητα ανέχεται αυτιστικούς και  aspies ως αντικείμενα λύπης αλλά όχι ως υποκείμενα της ιστορίας.

Αυτό που βιώνει η Γκρέτα είναι έκφανση της βαθιά ρατσιστικής μεταχείρισης των αυτιστικών και aspies που δεν εκφράζεται πάντα τόσο φωναχτά και ακατέργαστα, γιατί σπανίως αυτά τα άτομα αποκτούν πρόσβαση στο δημόσιο λόγο. Συνηθέστερα παραμένουν εγκλωβισμένα σ’ ένα φάσμα που περιλαμβάνει από την ιδρυματική βία, την απομόνωση και την απραξία της οικογενειακής εξάρτησης μέχρι τον κερδοφόρο πειραματισμό της φαρμακοβιομηχανίας και την πρόχειρη εθιμοτυπία της ελιτίστικης συμπόνιας.

Λίγες ανθρώπινες καταστάσεις στρεβλώθηκαν και στερεοτυποποιήθηκαν τόσο πολύ όσο ο αυτισμός. Ορίζεται ως αναπτυξιακή διαταραχή σχεδόν συνώνυμη με την «προσωπική τραγωδία» αλλά στην πραγματικότητα είναι ένας διαφορετικός τρόπος λειτουργίας που εγκεφάλου που συνεπάγεται ξεχωριστές και σε μεγάλο βαθμό κοινωνικά αναξιοποίητες ικανότητες, όπως η μεγαλύτερη εμβάθυνση, η οξυμένη ευαισθησίας σε ορισμένες αντιληπτικές ιδιότητες, η εστίαση και η ενδελεχής παρατηρητικότητα, η δυνατότητα λεπτομερούς και πιστούς επανάληψης απαιτητικών διανοητικών αναπαραστάσεων.

«Παίζω πιάνο από το 2011. Έβλεπα τους ανθρώπους να παίζουν, παρατηρούσα ποια πλήκτρα πατούσαν και το επαναλάμβανα. Έτσι έμαθα να παίζω 14 κομμάτια, κλασσική μουσική κυρίως, soundtracks ταινιών κι ένα ελληνικό. Τα έχω αποστηθίσει και τα παίζω με μια συγκεκριμένη σειρά. Τώρα πάω στο ωδείο του Βύρωνα με υποτροφία, ώστε να εκπαιδευτώ και με νότες για να προχωρήσω. Όπως σου είπα μερικές φορές πάω με το ποδήλατο. Γενικά μ’ αρέσει το ποδήλατο. Έχω κάνει μέχρι και 20 χιλιόμετρα. Ειδικά στη γειτονιά μου το χρησιμοποιώ συχνά κι είναι δύσκολο, γιατί έχει πολλές ανηφόρες και κατηφόρες. Φέτος για πρώτη φορά ξεκίνησα να δουλεύω. Παρακολουθούσα τα προγράμματα της Εταιρείας Ψυχοκοινωνικών Μελετών, έπιασα δουλειά στο κυλικείο του Κέντρου Ημέρας και πληρώνομαι. Έχω μάθει ήδη να φτιάχνω φραπέ και ελληνικό. Σταδιακά θα μάθω να φτιάχνω όλους τους καφέδες», λέει ο Βασίλης.

O Στράτος.

Με το Στράτο μένουν στην ίδια γειτονιά, γνωρίστηκαν στην Εταιρεία Ψυχοκοινωνικών Μελετών κι έκτοτε συμμετέχουν σε αρκετές δράσεις ενδυνάμωσης και αποστιγματισμού. Ο Στράτος ανέπτυξε από μικρός μια έλξη για τη λογοτεχνία κι άρχισε να υφαίνει εξωτικούς, ιπποτικούς κόσμους με ισχυρή αλληγορία που βρήκαν το δρόμο τους για το χαρτί. «Παρακολούθησα την ομάδα δημοσιογραφίας. Με βοήθησαν να γράψω το βιβλίο μου. Είναι μια ιστορία για οχτώ μαγικές ασπίδες που επιλέγουν εκλεκτούς, ώστε να αντιμετωπίσουν έναν δαίμονα που μολύνει τις καρδιές των ανθρώπων με σκοτάδι. Η αγάπη μου για τις ιστορίες δράσης και μυστηρίου ξεκίνησε από τα μάνγκα. Με τραβάει πολύ η ιαπωνική κουλτούρα. Να φανταστείς ότι ξεκίνησα πρόσφατα μαθήματα ιαπωνικής γλώσσας. Μακάρι να ταξιδέψω κάποια στιγμή στην Ιαπωνία. Το θέλω πολύ αλλά ξέρω ότι τα εισιτήρια είναι ακριβά», μου εξηγεί.

«Και στο τέλος, Στράτο, τι γίνεται; Σταμάτησε το σκοτάδι να μολύνει τις καρδιές των ανθρώπων;» τον ρώτησα. Συμφωνήσαμε, όμως, να μη κάνουμε spoiler. Ούτως ή άλλως αυτή η μάχη με το σκοτάδι δεν είναι εντελώς fiction.

Τα στοιχεία της Εθνικής Εταιρείας Αυτισμού στη Βρετανία δείχνουν ότι το 63% των αυτιστικών νέων έχει υποφέρει από σχολικό εκφοβισμό. 

Όση ώρα μιλούσαμε σκεφτόμουν τα ρεπορτάζ που έχω διαβάσει ή δει για τα αυτιστικά παιδιά. Πάντα για τα αυτιστικά παιδιά, σπανίως για αυτιστικούς ενήλικες. Μα τι γίνεται με αυτά τα παιδιά; Είναι τόσα πολλά – περίπου 1 στα 166 σύμφωνα με τις στατιστικές εκτιμήσεις- αλλά που είναι; Δε μεγαλώνουν; Δεν πάνε σχολείο; Δε φοιτούν στο Πανεπιστήμιο; Δεν εργάζονται; Δεν ερωτεύονται; Δε χορεύουν; Μάλλον όχι. Παραμένουν παιδιά και αφού περάσουν την ηλικιακή γραμμή των 18 ετών, πιξελιασμένα πρόσωπα στο μελοδραματικό background «ηρωικών γονέων». Στην πλειονότητα τους πηγαίνουν σε σχολείο ειδικής αγωγής και όσα πηγαίνουν σε γενικό σχολείο υφίστανται bulling.

Τα στοιχεία της Εθνικής Εταιρείας Αυτισμού στη Βρετανία δείχνουν ότι το 63% των αυτιστικών νέων έχει υποφέρει από σχολικό εκφοβισμό. Εδώ δεν έχουμε στοιχεία. Έχουμε, όμως, μπόλικο σχολικό εκφοβισμό. Επίσης, καταγράφουν ότι μόνο το 15% των ενήλικων αυτιστικών έχει πλήρη απασχόληση, ενώ το 51% δεν έχει καμία πρόσβαση ούτε σε πλήρη απασχόληση, ούτε σε κοινωνικά επιδόματα. Έτσι ίσως μπορούν να ερμηνευτούν καθαρότερα τα αποτελέσματα μελέτης που δημοσιεύτηκε στην ιατρική επιθεώρηση Lancet, σύμφωνα με την οποία το 66% των συμμετεχόντων ανέφερε ότι έχει ή είχε αυτοκτονικές σκέψεις. Όταν η κοινωνία αποσύρεται από την υποχρέωση της να θεμελιώσει ένα πλαίσιο ισότητας και συμπερίληψης, τότε ο χώρος των αυτιστικών ατόμων περιορίζεται στα τετραγωνικά μέτρα ενός σπιτιού.

Η οικογένεια που αποτελεί πέπλο προστασίας για να μη καταλήξουν σε ιδρυματικές δομές κακοποίησης όπως τα Λεχαινά, εξελίσσεται καμιά φορά και η ίδια, έρμαια μεταξύ ψυχιατρικών νουθεσιών και κοινωνικής υποκρισίας, σε ένα πελώριο και καθαγιασμένο σφουγγάρι που απορροφά οποιαδήποτε χειραφετητική τάση των αυτιστικών ατόμων. Επηρεασμένοι και τρομοκρατημένοι από τις αρνητικές φορτίσεις που πλαισιώνουν τον αυτισμό, αναζητούν απεγνωσμένα μια θεραπεία για να πλησιάσει το παιδί τους τα πρότυπα της κανονικότητας και όταν δεν την βρίσκουν ματαιώνονται και προβάλουν – άθελα τους προφανώς –  τη συνύπαρξη με το αυτιστικό παιδί τους σαν ένα ενοχικό και ιεραποστολικό καθήκον που οφείλουν να αναλάβουν.

Η συγκλονιστική ομιλία του Jim Sinclair στη Διεθνή Διάσκεψη του 1993 στο Τορόντο για τον αυτισμό, απευθυνόταν πρώτιστα στους γονείς: Ο Αυτισμός δεν είναι κάτι που ένα πρόσωπο έχει, ή ένα “κέλυφος” μέσα στο οποίο το άτομο είναι παγιδευμένο. Δεν υπάρχει κανένα κανονικό παιδί που κρύβεται πίσω από τον αυτισμό. Ο Αυτισμός είναι ένας τρόπος ύπαρξης. Είναι διάχυτος, χρωματίζει κάθε εμπειρία, κάθε αίσθηση, αντίληψη, σκέψη, συναίσθημα και επαφή, κάθε πτυχή της ύπαρξης. Δεν είναι δυνατό να διαχωρίσετε τον αυτισμό από το άτομο – και εάν ήταν δυνατό, το άτομο που θα παρέμενε μετά το διαχωρισμό δεν θα ήταν το ίδιο άτομο με αυτό που ήταν πριν. Επομένως, όταν οι γονείς λένε: “Μακάρι το παιδί μου να μην είχε αυτισμό,” αυτό που λένε πραγματικά είναι: “Μακάρι το αυτιστικό παιδί που έχω να μην υπήρχε, και να είχα ένα διαφορετικό (μη-αυτιστικό) παιδί αντί αυτού που έχω .” Ξαναδιαβάστε το. Αυτό είναι που ακούμε όταν πενθείτε για την ύπαρξή μας. Αυτό ακούμε όταν προσεύχεστε για μια θεραπεία. Αυτό είναι κατανοούμε, όταν μας λέτε μέσω των πιο δυνατών σας ελπίδων και ονείρων σας για μας: ότι η πιο δυνατή επιθυμία σας είναι εκείνη η ημέρα που θα πάψουμε να υπάρχουμε, και άγνωστοι που θα αγαπήσετε θα είναι εγκαταστημένοι πίσω από τα πρόσωπά μας». Δεν είναι ασθένεια για να χρήζει θεραπείας. Είναι ένας άλλος τρόπος που βιώνεται ο εαυτός και ο κόσμος με πολλές θαμμένες δυνατότητες κάτω από στρώματα ρατσιστικών μυθευμάτων και φιλανθρωπικού οίκτου.

Μαρία Κουλούρη

Η Μαρία Κουλούρη, λογοθεραπεύτρια, ηθοποιός και ποιήτρια, έχοντας συνεργαστεί με αυτιστικά άτομα, μεταφέρει την εμπειρία της: «Στο εξωτερικό υπάρχει άλλη αντιμετώπιση. Στην Ελλάδα για πολλά χρόνια ο αυτισμός ήταν ταμπού. Όταν οι γονείς κατανοούν και αποδέχονται την κατάσταση, το παιδί έχει δυνατότητες να αποκτήσει μια ανεξάρτητη ενήλικη ζωή. Αυτό που δεν έχουμε καταλάβει είναι ότι αυτισμός συνεπάγεται κάποια χαρακτηριστικά που μπορούν να αξιοποιηθούν ως προτερήματα. Για παράδειγμα, κάποιος αυτιστικός που έχει καλό ρυθμό μπορεί σ’ ένα μουσικό γκρουπ να είναι χρονόμετρο, να μη χάσει ούτε χιλιοστό. Δε θα ξεχάσω ότι σε κάποιες γιορτές ήμασταν τρεις άνθρωποι προσπαθούσαμε να συναρμολογήσουμε τη βάση για ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Μας ήταν αδύνατον. Φωνάξαμε έναν αυτιστικό, είδε το σχεδιάγραμμα και την έφτιαξε με μεγάλη ευκολία. Θεωρούμε ότι το να γεννηθεί ένα παιδί αυτιστικό είναι καταστροφή. Δεν είναι. Είναι μια διαφορετικότητα αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι για τους αυτιστικούς διαφορετικοί είμαστε εμείς. Πολλοί γονείς δε μπαίνουν στη διαδικασία να καταλάβουν τι είναι ο αυτισμός, όπως και η κοινωνία.»

Της ζητάω να μου εξηγήσει: «Ένας αυτιστικός άνθρωπος αντιλαμβάνεται τα πάντα. Αν του φέρεσαι σα να είναι αφελής, θα θυμώσει ή θα θιχτεί. Για μένα είναι ενθαρρυντικό που ένα κομμάτι της κοινωνίας δρα υποστηρικτικά αλλά απέχουμε από το στάδιο όπου ένας νευροτυπικός κι ένας αυτιστικός θα απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα. Το Βασίλη και το Στράτο τους γνωρίζω δέκα χρόνια. Σ’ αυτά τα χρόνια ο Βασίλης έμαθε πιάνο και ο Στράτος έγραψε το βιβλίο του. Όταν μου το έφερε να το επιμεληθώ, αποφάσισα να διατηρήσω όλα τα στοιχεία που απηχούσαν τη σκέψη του. Υπάρχουν εξαντλητικές περιγραφές μαχών. Αν αφεθείς, όμως, είναι σα να βλέπεις ταινία. Νιώθω περηφάνια γι’ αυτούς, μα περισσότερο νιώθω αγάπη. Αγαπιόμαστε κι αυτό είναι πολύ όμορφο»

Βασίλης, Μαρία και Στράτος.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 τα ίδια τα αυτιστικά άτομα δανειζόμενα το σύνθημα «τίποτα για εμάς, χωρίς εμάς» ανέπτυξαν το επιχείρημα της νευροποικιλότητας. Υποστήριξαν ότι οι νευρολογικές διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται στους ανθρώπους όπως ο αυτισμός, το Aspenger, η υπερικινητικότητα ή η δυσλεξία είναι παραλλαγές του γονιδιώματος και δε θα έπρεπε να παθολογικοποιούνται. Διεκδικούν το δικαίωμα τους στη νευρολογική διαφορά, την αυτονομία και την αξιοπρεπή ζωή. «Οι ίδιοι οι αυτιστικοί δεν θεωρούν τον Αυτισμό ως πάθηση ή διαταραχή. Προωθούν τον Αυτισμό ως μέρος της νευροποικιλότητας (neurodiversity) του ανθρώπινου είδους. Ο Αυτισμός για τους αυτιστικούς είναι μια διαφορετικότητα, ένας διαφορετικός τρόπος λειτουργίας του εγκεφάλου, και μια διαφορετική οπτική γωνία μέσα από την οποία οι αυτιστικοί βλέπουν και βιώνουν τον κόσμο γύρω τους. Όπως και οι μη αυτιστικοί (νευροτυπικοί), έτσι και οι αυτιστικοί έχουν ποικίλα νοητικά επίπεδα (από νοητική βλάβη μέχρι και υψηλή ευφυΐα) καθώς και ποικίλες άλλες καταστάσεις υγείας (ασθένειες ή παθήσεις που συντρέχουν από γενετικούς ή περιβαλλοντικούς παράγοντες). Όπως και οι νευροτυπικοί, έχουν οι αυτιστικοί ποικίλες ικανότητες και ταλέντα που όμως μένουν σε μεγάλο βαθμό ανεξιχνίαστα διότι η κοινωνία έχει μάθει να βλέπει τον αυτισμό ως «διαταραχή» και «πάθηση» που πρώτα πρέπει να θεραπευτεί, για να γίνει ο/η αυτιστικός/η αποδεκτός/η ως ισάξιο μέλος της. Ο στιγματισμός του Αυτισμού και των αυτιστικών που η Ψυχιατρική και η Φαρμακοβιομηχανία έχουν δημιουργήσει είναι άκρως ρατσιστικός, αλλά και άκρως κερδοφόρος για αυτές μέσω θεραπειών, παρεμβάσεων και φαρμακευτικών αγωγών» γράφει ο Αντώνης Ρέλλας, σκηνοθέτης και ανάπηρος ακτιβιστής.

Αν το σκεφτείς τα σκιάχτρα του ρατσισμού και του φασισμού θεμελιώθηκαν πάνω στην ανάγκη τήρησης μιας ιδεατής νόρμας λευκής, αρτιμελούς, διανοητικά ομοιόμορφης, αρρενωπότητας. Έτσι προσδιορίστηκε η κανονικότητα, επινοώντας δεκάδες τρόπους φυσικής και συμβολικής εξόντωσης των υποκειμένων που δεν εφάπτονταν στο σχήμα της. Μια από τις μεγαλύτερες ειρωνείες της ιστορίας αλλά σε δεύτερη ανάγνωση εντελώς συναφής με την ιατρικοποίηση της νευρολογικής ετερότητας και την ιδεολογία του ναζισμού, είναι το γεγονός ότι ο αυστριακός παιδίατρος Χανς Ασπενγκερ (από τον οποίο προέρχεται η κωδικοποίηση «σύνδρομο Aspenger») συνέπραξε με το ναζιστικό καθεστώς στο φριχτό πρόγραμμα ευθανασίας παιδιών που χαρακτηριστήκαν «προβληματικά». Αλλά και κάποιες σύγχρονες ονειρώξεις της γενετικής για παρέμβαση στα «ελαττωματικά» στοιχεία του γονιδιώματος, παρότι εκφέρονται πιο εκλεπτυσμένα, δε συνιστούν τίποτα διαφορετικό από μια τρομακτική αναβίωσης της ευγονικής.

H δημοσιογράφος Μαρία Λούκα με τον Βασίλη.

Πάντως ορισμένες εταιρείες έχουν αρχίσει να αγκαλιάζουν την ιδέα της νευροποικιλότητας. Νεοφυείς επιχειρήσεις στη Silicon Valley, επιχειρηματικοί κολοσσοί όπως η Microsoft, πανεπιστημιακά ερευνητικά ινστιτούτα, ακόμα και μυστικές υπηρεσίες όπως η GCHQ (η βρετανική NSA) αναζητούν και προσλαμβάνουν αυτιστικούς ή Aspies εξαιτίας της ατυπικότητας τους, εκτιμώντας ότι οι διαφορετικές νευρολογικές ρυθμίσεις εσωκλείουν ταλέντα και δεξιότητες που διαφεύγουν από το μέσο όρο.

Το neurodiversity είναι ένα εξαιρετικό concept για την αγορά εργασίας και κυρίως για τον εκδημοκρατισμό των κοινωνιών. Όταν εργαλειοποιείται,όμως, κινδυνεύει να μετατραπεί σε κυνήγι ευφυΐας που αναπαράγει διακρίσεις και θέτει τη νοημοσύνη ως προϋπόθεση συμπερίληψης.

Κάθε παρηγορητική αφήγηση για τον αυτισμό ή το Aspenger έχει στο επίκεντρο της τον Αϊνστάιν, τον Μότσαρτ, τον Νεύτωνα ή τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Όπως δεν είναι όλοι οι νευροτυπικοί Αϊνστάιν, έτσι δεν είναι κι όλοι οι αυτιστικοί Αϊνστάιν. Κι ούτε οφείλουν να αποδείξουν εξελιγμένες ή σπάνιες ικανότητες για να κατοχυρώσουν το δικαίωμα τους να υπάρχουν και να ανήκουν ισότιμα, χωρίς να βιώνουν καταπίεση, προσβολή και αποξένωση. Θέλουν χώρο, χρόνο και ευκαιρίες αλληλεπίδρασης για να αναπτύξουν ελεύθερα τις προσωπικότητες τους, να εκφραστούν και εκπληρώσουν τους εαυτούς τους και τις εαυτές τους όπως επιθυμούν.

Βασίλης: «Με τραβάει πολύ η ιαπωνική κουλτούρα. Να φανταστείς ότι ξεκίνησα πρόσφατα μαθήματα ιαπωνικής γλώσσας. Μακάρι να ταξιδέψω κάποια στιγμή στην Ιαπωνία. Το θέλω πολύ αλλά ξέρω ότι τα εισιτήρια είναι ακριβά»

«Παρακολουθούσα τα προγράμματα της Εταιρείας Ψυχοκοινωνικών Μελετών, έπιασα δουλειά στο κυλικείο του Κέντρου Ημέρας και πληρώνομαι. Έχω μάθει ήδη να φτιάχνω φραπέ και ελληνικό. Σταδιακά θα μάθω να φτιάχνω όλους τους καφέδες», λέει ο Βασίλης.

Ο Βασίλης και ο Στράτος βρίσκονται σε μια τροχιά ανεξαρτησίας. Σ’ αυτή τη διαδρομή έχουν πολύτιμους συνοδοιπόρους, όπως η Μαρία Κουλούρη. Δική της είναι η ιδέα για τη δημιουργία μιας καλλιτεχνικής θεατρικής ομάδας αυτιστικών ατόμων. Ίσως γιατί η τέχνη όταν πρωτοπορεί εμπνέει τη ζωή ή γιατί όπως έλεγε ο Νίτσε σώζει από την ασχήμια της αλήθειας.

Ο Βασίλης και ο Στράτος είναι από τα πιστότερα μέλη της ομάδας και αδημονούν για τη στιγμή που θα ανέβουν στη σκηνή, παρότι ο ένας προτιμά κωμωδίες και ο άλλος έργα μυστηρίου ή φαντασίας. «Πριν εννέα χρόνια πήγα στην Εταιρεία Ψυχοκοινωνικών Μελετών και έστησα μια θεραπευτική θεατρική ομάδα με αυτιστικά άτομα. Το θέατρο μέσα από το παιχνίδι των ρόλων μαθαίνει κοινωνικές δεξιότητες. Παράλληλα δουλεύονταν η αυτοπεποίθηση, η ανοχή στην σωματική συνύπαρξη, η εκφραστικότητα. Μέσα από αυτή τη διαδικασία χαλάρωσαν, έγιναν πιο τρυφεροί και συναισθηματικοί, απέκτησαν περισσότερη επαφή με το συναίσθημα τους και μπόρεσαν να το μοιραστούν με τους άλλους. Οι γονείς τους πίστευαν ότι αποκλείεται να μάθουν τα λόγια. Εγώ ένιωθα σίγουρη ότι μπορούν και τους έδωσα χρόνο να ετοιμαστούν. Μετά την παράσταση, όλοι μαζί, γονείς και παιδιά πανηγύριζαν. Η ομάδα που χτίζουμε τώρα στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά είναι καλλιτεχνική ομάδα αμιγώς αυτιστικών ατόμων. Ξεκίνησε πέρσι με σωματικές ασκήσεις για την εξοικείωση των βλεμμάτων και των σωμάτων, ασκήσεις ρυθμού, ετοιμότητας, ορθοφωνίας και αυτοσχεδιασμούς. Πέρσι είχαν αρκετά συνεπή παρουσία. Είχαμε κανονίσει ένα βράδυ να δούμε την παράσταση «Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα». Έβρεχε δυνατά και φανταζόμουν ότι δε θα έρθει κανείς. Ήρθαν όλοι μούσκεμα. Ήταν συγκινητικό και ιδιαίτερα το γεγονός ότι αναγνώρισαν στην παράσταση θραύσματα της δικής τους εμπειρίας. Μάλιστα επειδή στο τέλος της παράστασης ο ήρωας (που υποδύεται έναν Aspie) έκανε ένα λάθος σε μια μαθηματική πράξη, μια αυτιστική κοπέλα από την ομάδα μας που σπουδάζει μαθηματικά, βρήκε τον ηθοποιό και του υπέδειξε το λάθος. Στο εξωτερικό υπάρχουν καλλιτεχνικές επαγγελματικές ομάδες. Θα ήταν σημαντικό η ελληνική κοινωνία να στηρίξει μια τέτοια ομάδα. Υπάρχουν εξαιρετικά ταλαντούχα άτομα σε όλες τις ειδικότητες μιας θεατρικής παραγωγής. Δε χρειάζονται πολλά, μόνο κάποιοι πόροι για υλικοτενχική υποδομή και αμοιβές. Φέτος είμαστε αποφασισμένοι να ανεβάσουμε μια παράσταση. Θα ξεκινήσουμε στις 6 Νοεμβρίου. Υπάρχουν ήδη 7-8 άτομα αλλά θέλουμε και καινούργια μέλη, θέλουμε επίσης αυτιστικές γυναίκες και θα τις υποδεχτούμε με χαρά», επισημαίνει η Μαρία Κουλούρη.

Και ξέρεις κάτι; Κάθε φορά που ένα εγχείρημα δίνει αξία στις ζωές των αυτιστικών ανθρώπων, δίνει παράλληλα και σε εμάς μια πολύτιμη δυνατότητα να ανοίξουμε λίγο τον ορίζοντα μας, να ταρακουνήσουμε τις βεβαιότητες μας, να αποδομήσουμε το ναρκισσισμό του «φυσιολογικού»  και κάπως απελευθερωμένα από τις αλυσίδες της χριστιανικής αμαρτίας ή της ψυχιατρικής απόκλισης, να ανακαλύψουμε τον κόσμο μαζί με άλλους.