Θυμήθηκα προχθές που ήμασταν μικροί και τρέχαμε όλοι μαζί στη γειτονιά. Γλιστρούσαμε στα πεσμένα μούρα και τα γόνατά μας σκίζονταν και δε ξεχώριζες το αίμα μες στο μπλαβί το χρώμα απ’ τους γλυκούς καρπούς. Τρέχαμε σα να θέλουμε από κάπου να ξεφύγουμε. Κάναμε πως ξεχνούσαμε τα ρολόγια στο σπίτι για να κάτσουμε λίγο παραπάνω ”στο δρόμο”. Έτσι λέγαμε τη γειτονιά μας. Έπεφτε η νύχτα κι εμείς τότε παίζαμε κρυφτό. Ήταν ακόμα πιο δύσκολο να σε βρει κανείς μες στο ημίφως.

Θυμήθηκα, άλλοτε, που παίζαμε μπουγέλο και χτυπούσαμε ο ένας τον άλλον για πλάκα με τις νερόμπομπες και δε μας ένοιαζε που μούσκευαν τα ρούχα μας. Την τελευταία μέρα κάθε σχολικής χρονιάς, ανυπομονούσαμε λίγο πριν το μεσημέρι για την “ελεύθερη ώρα” για να βγάλουμε τα σακουλάκια με τα πολύχρωμα μπαλονάκια και να τρέξουμε στην αυλή. Τι συναίσθημα! Ο ήλιος να καίει και εμείς να νιώθουμε σα να είμαστε έτοιμοι να κατακτήσουμε τον κόσμο. Στήναμε μικρά φρούρια και νιώθαμε πιο άτρωτοι από ποτέ.

Θυμήθηκα που λίγο μετά φεύγαμε για τις διακοπές μας. Ο ένας στο νησί, ο άλλος στο χωριό, κάποιοι έφευγαν στην κατασκήνωση. Δίναμε ραντεβού αρχές Σεπτέμβρη, για το πρώτο παιχνίδι της νέας – σχολικής – χρονιάς. Ανυπομονούσαμε για την επιστροφή και μέχρι να έρθει η ώρα της, μετρούσαμε τα παγωτά και τα μπάνια. Στέλναμε γράμματα και κλείναμε μέσα άμμο, αρμυρίκια και βότσαλα. Βρέχαμε το χαρτί με θαλασσινό νερό.

Ήταν παλιά που οι τηλεοράσεις ήταν ασπρόμαυρες και τα όνειρά μας έγχρωμα. Είναι και τώρα, που οι οθόνες μας είναι έγχρωμες και τα όνειρά μας γκρίζα. Να θυμάσαι λένε, να μη ξεχνάς. Να παίρνεις δύναμη, να ξαναρχίζεις. Οι μνήμες. Ύπουλο πράγμα. Μα και τι βάλσαμο…

Τώρα μεγαλώσαμε και είμαστε σκορπισμένοι πάνω στην υδρόγειο. Ο ένας στην Αγγλία, ο άλλος Γερμανία, κάποιοι έμειναν εδώ και άλλοι θα φύγουν όπου να ‘ναι.

Τώρα τρέχουμε κάτι για να προλάβουμε, χωρίς να παίζουμε κυνηγητό. Μας χτυπάνε από παντού, χωρίς νερόμπομπες: είναι το άγχος κι οι υποχρεώσεις. Φεύγουμε για να βρούμε ένα καλύτερο αύριο – γιατί πια είναι το αύριο που μας νοιάζει και χάνουμε το τώρα.

Τώρα δε ξέρουμε πότε θα γυρίσουμε. Μήτε κι ανυπομονούμε για την επιστροφή. Μεγαλώσαμε, βλέπεις, και τώρα μιλάμε σπάνια. Δεν ανταλλάσσουμε πια γράμματα, ούτε μετράμε τα παγωτά.

Κι όμως, πριν λίγο καιρό επέστρεψα “στο δρόμο”. Στο δικό μας δρόμο. Ήταν όλα εκεί. Όπως τα είχαμε αφήσει. Μπορεί κάποιοι από τους μεγάλους να λείπουν, μα είμαι σίγουρη πως είναι ακόμα εκεί. Τα πεσμένα μούρα ήταν ακόμα εκεί. Έσκυψα κι έβαλα στο χέρι μου μερικά κι εκείνα γίνανε μπλαβιά. Κι εμείς, τα παιδιά. Ήμασταν ακόμα εκεί. Άκουσα τις φωνές μας και τα ξεκαρδίσματά μας μου τρύπησαν τ’ αυτιά. Είχα ξεχάσει το ρολόι μου κι έτσι δεν πρόσεξα πως τα χρόνια είχαν περάσει κι έπρεπε να γυρίσω πίσω στο σπίτι. Είχαν βγει οι γονείς μας στα μπαλκόνια και μας γύρευαν. Έτρεξα να προλάβω μη με δουν και σου μαρτυρήσουν πού έχω κρυφτεί.

Φώναξα “φτου ξελευθερία” και το παιχνίδι τελείωσε. Έπρεπε να σηκωθώ για να πάω στη δουλειά.

Πηγή: Katiousa