Γιατί το «Ας περιμένουν οι Γυναίκες» είναι τόσο δημοφιλές σε σημερινούς νέους και νέες που δεν γνώρισαν ποτέ την εποχή στην οποία διαδραματίζεται; Τι κάνει ένα έργο της δεκαετίας του ‘90, τόσο αγαπητό σε ανθρώπους με πολύ διαφορετικά βιώματα; Η ταινία ανατέμνει εύστοχα όλες τις βασικές προκείμενες της ύστερης πασοκικής περιόδου: την έντονη επιθυμία «να πιάσουμε την καλή», τον συναγωνισμό μικρομεσαίων και νεόπλουτων, τον διχασμό των χαρακτήρων ανάμεσα στους παραδοσιακούς ρόλους και τις ηδονιστικές εγκλήσεις της ύστερης νεωτερικότητας, τον εκφυλισμό των άλλοτε υψηλών πολιτικών οραμάτων σε στρατηγικές ατομικού βολέματος, τα σκυλάδικα και τις ποδοσφαιρικές κοκορομαχίες. Όλα αυτά δομημένα γύρω από το διαχρονικό μοτίβο της ξαφνικής καψούρας ενός μεσόκοπου για μια πιτσιρίκα.

Ο Τσιώλης όμως κάνει κάτι περισσότερο από το να διακωμωδεί τα κακώς κείμενα και τις αντιθέσεις μια κοινωνίας που βυθίζεται στο μικροαστικό όνειρο. Σε πείσμα της απογοητευτικής έως χυδαίας πραγματικότητας που σκιαγραφεί, οι ήρωές του βγάζουν πάθος και ενσαρκώνουν ουσιαστικά αδιέξοδα. Απέναντι στον κυνισμό της ζωής τους εκείνοι ακτινοβολούν συναίσθημα. Ο Τσιώλης καταφέρνει να περιβάλλει με λυρισμό και ρομαντισμό μια πεζή καθημερινότητα, να προσδώσει βάθος σε μια εποχή που εμμένει στην επιφάνεια, να δώσει ψυχή σε μια άψυχη πραγματικότητα.

Αυτά ακριβώς κάνουν ελκυστικό το «Ας περιμένουν οι γυναίκες» στις νεότερες γενιές που δεν έζησαν ποτέ τη δεκαετία του 90, γιατί παραμένουν αιτήματα και της δικής τους ζωής. Η ταινία διεγείρει την έντονη νοσταλγία για μια άλλη, πιο αυθεντική εποχή, μια νοσταλγία όμως που δεν τροφοδοτείται από ένα χαμένο ειδυλλιακό παρελθόν, αλλά από τις ελλείψεις του σήμερα. Όσα λαχταρά ο κόσμος το 2019 αλλά δεν τα βρίσκει, είναι αυτά που επενδύει ο Τσιώλης στους τρεις μικρομεσαίους χαρακτήρες του. Και το κάνει, όχι με διδακτισμό και ηθικισμό, αλλά με γερές δόσεις σαρκασμού και κυνισμού που είναι τα κυρίαρχα εκφραστικά μέσα της εποχής μας, χωρίς όμως να καταλήγει στον μηδενισμό. Το «Ας περιμένουν οι γυναίκες» μπορεί να γυρίστηκε το 1997, ταιριάζει ωστόσο, περισσότερο στη σημερινή πραγματικότητα.

Αλιεύσαμε από το facebook του Δημήτρη Τσίρκα