Το 2019 η ελληνική κοινωνία αποσυντηρητικοποιήθηκε με έναν πολύ ξαφνικό τρόπο. Η ανάδειξη ως πολυτιμότερου παίκτη του ΝΒΑ ενός Έλληνα με αφρικανική καταγωγή, αλλά κυρίως η επιστροφή της κεντροδεξιάς παράταξης στην κυβέρνηση, αφαίρεσε το ρατσιστικό μικρόβιο του Έλληνα. Πλέον ο φυλετικός διαχωρισμός ήταν παρελθόν για την χώρα μας, με έναν τρόπο ξεχωριστό για τα παγκόσμια δεδομένα που μας έκανε αντικείμενο μελέτης για τους επιστήμονες (για ακόμα μια φορά).

Το πρώτο νομοσχέδιο που πήγε να περάσει η κυβέρνηση με την εκλογή της ήταν τα 2000 ευρώ για κάθε νέο ελληνόπουλο που γεννιόταν στην επικράτεια. Γρήγορα όμως οι δανειστές επέβαλαν την μεταβολή αυτής της παροχής που θα εκτροχίαζε την οικονομία. Όμως ο νέος πρωθυπουργός, ξεχωριστός για την ιδιοφυία του, το μετέτρεψε σε κάτι ισόποσο: πάνες εφ’ όρου ζωής για κάθε νέο ελληνόπουλο. Στις πάνες εφ’ όρου ζωής συμπεριλαμβάνονταν και οι πάνες για την περίοδο που θα ήταν ηλικιωμένος, ως αντίμετρο για την νέα μείωση σύνταξης. Οι πάνες μοιράστηκαν σε όλα τα παιδιά ανεξαρτήτου καταγωγής. Μόνο που υπήρχε ποσόστωση ανάλογα με την καταγωγή των γονιών. Τα παιδιά με έναν Έλληνα γονέα έπαιρναν τις μισές πάνες, εκτός αν ο μη Έλληνας γονέας ήταν Βαλκάνιος, Ασιάτης ή Αφρικανός, όπου έπαιρναν το ¼. Σε περίπτωση που και οι δύο γονείς ήταν ξένοι, τότε το συγκεκριμένο ελληνόπουλο έπαιρνε 5 πάνες για όλη τη ζωή του.  Εξαίρεση αποτελούσε η περίπτωση που οι γονείς είχαν εισόδημα άνω των 100 χιλιάδων ευρώ όπου έπαιρναν μια ολόκληρη συσκευασία. Έτσι κανένα παιδί μεταναστών δεν εξαιρέθηκε από τον χαρακτηρισμό του ελληνόπουλου και η κυβέρνηση έριξε μια μεγάλη γροθιά στον ρατσισμό.

Το επόμενο βήμα ήρθε από την αστυνομία της χώρας. Με εντολή του υπουργείου προστασίας του πολίτη και του υπουργείου πολιτισμού, έγιναν επιχειρήσεις για τον καθαρισμό περιοχών από παράνομους πωλητές μεταναστών. Μόλις τους ταυτοποίησαν συνέλαβαν και τις οικογένειες τους. Στην συνέχεια περνούσαν από κριτικές επιτροπές έτσι ώστε να εντοπιστούν πιθανές ικανότητές τους στο ποδόσφαιρο, στο μπάσκετ και άλλα αθλήματα, αλλά και καλλιτεχνικές όπως στην μουσική και στο χορό. Τα ταλέντα παραδίδονταν σε επιχειρηματίες όπου τους πρόσφεραν νέα πλουσιοπάροχη ζωή, αξιοποιώντας τους σε ομάδες και μπουζουκτσίδικα. Οι υπόλοιποι δεν απελαύνονταν όπως θα περίμεναν πολλοί από μια δεξιά κυβέρνηση. Παραδόθηκαν σε βιομήχανους έτσι ώστε να δουλεύουν σε εργοστάσια και σε κατασκευές με αντίτιμο μισό ευρώ την ώρα. Έτσι χάρη στην καλή κυβέρνηση και την γενναιόδωρη ανώτερη τάξη, δόθηκαν ευκαιρίες σε όλους τους ανθρώπους της χώρας, χωρίς να διαχωρίζονται από το χρώμα του δέρματος.

Παναγιώτης Φραγκούλης