To δημοσίευμα της εφημερίδας Ακρόπολις.

 Τάσος Θεοφίλου

Πηγή: Vice

Λίγα χρόνια μετά, ζούμε σε μια χώρα όπου οι περισσότεροι έχουν τατουάζ από όσους δεν έχουν.

Όταν οι σημερινοί 40άρηδες έρχονταν στον κόσμο, αντιμετώπιζαν –και ας μην ήταν ακόμη σε θέση να το καταλάβουν– μια αρκετά διαφορετική κοινωνική πραγματικότητα, σε σχέση με τη σημερινή. Όλα όσα θεωρούμε δεδομένα, τότε δεν ήταν. Ένα πολύ χαρακτηριστικό από τα ενδεχομένως δεκάδες παραδείγματα, είναι το πώς αντιμετώπιζε η κοινωνία τότε τα τατουάζ – και αν η μνήμη καμιά φορά δεν συνεργάζεται στο να ανακαλέσει κάποιος συγκεκριμένα περιστατικά που να το αποδεικνύουν, σίγουρα βοηθάει το να ανατρέξει κανείς στις εφημερίδες της εποχής.

Τον Ιούνιο του 1978, η εφημερίδα Ακρόπολις διεξάγει μια μεγάλη έρευνα με συνεχή ολοσέλιδα ρεπορτάζ. Ο αστυνομικός συντάκτης της επί τρεις ημέρες στηλιτεύει το εκφυλιστικό για τα χρηστά ήθη φαινόμενο, που δεν είναι άλλο από τις χαλκομανίες-τατουάζ που κρύβονται πίσω από το περιτύλιγμα στις παιδικές τσίχλες. Μέσα από μια σειρά άρθρων, ρεπορτάζ και συνεντεύξεων, αποτυπώνεται η σημασία που είχαν τα τατουάζ την εποχή κατά την οποία ερχόταν στον κόσμο η γενιά που σήμερα μπορεί να τα επιδεικνύει χωρίς το κόστος κάποιου κοινωνικού στίγματος.

Ο συντάκτης του σχετικού αφιερώματος, επί τρεις ημέρες αγωνιά να πείσει τους ανυποψίαστους αναγνώστες ότι «μια νέα μορφή εγκληματικότητας ή τουλάχιστον εξοικειώσεως των ανήλικων παιδιών με τους στιγματισμένους από τα τατουάζ σκληρούς κακοποιούς εισβάλει τώρα επικίνδυνα στη χώρα μας δια της εμπορικής οδού». Αναφέρεται φυσικά στις χαλκομανίες-τατουάζ, για τις οποίες αμφιβάλει αν είναι απλώς «ένα πολύχρωμο παιχνίδι και τίποτα παραπάνω» και καταλήγει στο συμπέρασμά του με ρητορικές ερωτήσεις: «Σύμφωνα με τις οδηγίες (Υγραίνατε δια σιέλου την επιδερμίδα σας και εφαρμόστε τη χαλκομανίαν με ελαφράν πίεση – ΧΡΩΜΑΤΑ ΑΒΛΑΒΗ) μπορεί πράγματι να μη βλάπτεται η επιδερμίδα των παιδιών, αλλά τι γίνεται με τις ψυχές τους, όταν αυτά απεικονίζουν σπαθιά και πιστόλια; Και ποια είναι η γνώμη των υπουργείων Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης που κατά τα άλλα υποτίθεται πασχίζουν να αντιμετωπίσουν την παιδική εγκληματικότητα;».

Κάπως έτσι τα ανήλικα παιδιά γίνονταν εγκληματίες στα 70s.

Αρχικά, τον ενδιαφέρει να πείσει για την κοινωνική απαξία του τατουάζ στους ενήλικες, καταγράφοντας τρεις σχετικές περιπτώσεις που αποδεικνύουν την ανυποληψία στην οποία πέφτουν όσοι άνθρωποι φέρουν αυτό το «στίγμα».

Στην πρώτη περίπτωση περιγράφει το «στιγμιότυπο από μια δίκη όπου ένας 48χρονος κύριος εβαρύνετο με την κατηγορία ότι είχε τραυματίσει με το αυτοκίνητο του μια γριούλα και την είχε παρατήσει αβοήθητη στη μέση του δρόμου. Προς στιγμήν και ενώ εκείνος απολογείτο, ο πρόεδρος του δικαστηρίου παρατήρησε ότι κάτω από το λευκό βουάλ ελβετικό ύφασμα πουκάμισο του υπήρχε ένα τατουάζ:

– Τι είναι αυτό; Για σήκωσε το μανίκι σου.
– Δεν έχω κάνει στη φυλακή. Έχω λευκό ποινικό μητρώο. Όταν ταξίδευα με τα καράβια έκανα στην Κίνα αυτό το τατουάζ. Τότε ήμουν μόλις 18 ετών παιδί. Κι όμως η τόσο αθώα εκείνη ενέργεια μου με ακολουθεί παντού σαν κατάρα. Όλοι με υποπτεύονται σαν εγκληματία. Κι εγώ φροντίζω να μη φοράω ποτέ κοντομάνικο πουκάμισο το καλοκαίρι. Αφού όταν κάνω μπάνιο στη θάλασσα δένω το χέρι μου με επίδεσμο για να μη γίνομαι αντικείμενο συζητήσεως.

»Με αυτά τα δεδομένα, ο κατηγορούμενος για αδικήματα σωματικών βλαβών εξ αμελείας άφησε την κύρια απολογία του κατά μέρος και αντιμετώπισε την κατάρα τουτατουάζ όπως ο ίδιος είπε».

Στη συνέχεια, παραθέτει δεύτερη ιστορία πάλι από το δικαστικό ρεπορτάζ: «Κατά τη διάρκεια της 7ετίας ο Γ. Συμεωνάκης, ένας 25χρονος τότε κλέφτης, είχε απασχολήσει αρκετές φορές τα δικαστήρια της πρωτεύουσας και τον Τύπο. Αρκετοί οι άθλοι του μέσα στον ναό της Θέμιδος. Μια φορά έκανε χαρακίρι με ένα γυαλί, αφού έσπασε με τις γροθιές του τα κρύσταλλα ενός παραθύρου. Άλλη φορά, πέταξε το έδρανο του κατηγορούμενου επάνω στην έδρα των δικαστών, μόλις εκείνοι είχαν απομακρυνθεί. Τέλος, μια άλλη φορά, γδύθηκε ως τη μέση, ξεσκίζοντας το πουκάμισό του μπροστά στους δικαστές, για να δείξει το διάστικτο από τα τατουάζ αθλητικό κορμί του. “Κάθε φορά που θα με καταδικάζετε, θα μου δίνετε την ευκαιρία να στιγματίζω το κορμί μου με ένα τατουάζ”, είπε. Εκείνη τη στιγμή και παρά τον αιφνιδιασμό του από τα αναπάντεχα στριπτίζ του πελάτου του, ο ποινικολόγος κ. Ευαγγ. Καρατζάβελος παρακάλεσε τους δικαστές να κάνουν μια μικρή διακοπή. “Ο κατηγορούμενος Γ. Συμεωνάκης έχει απαλλαγεί από τον Στρατό λόγω των ανώμαλων ψυχικών του εκδηλώσεων. Αυτή τη στιγμή διέρχεται μια κρίση. Είναι άρρωστος. Μπορούμε ή μάλλον έχουμε καθήκον όλοι μας να τον βοηθήσουμε. Είναι ένας παραστρατημένος νέος που η διαλυμένη εις την κυριολεξία οικογένεια του, η παντελής έλλειψις φροντίδας και στοργής από τους γονείς του, τον οδήγησαν στον αντικοινωνικό βίο”.

»Πραγματικά, οι δικαστές διέκοψαν τη συνεδρίαση για αρκετή ώρα. Ο δικηγόρος του κ. Ε. Καρατζάβελος είπε στον βοηθό του να φέρει ένα αναψυκτικό στον άρρωστο πελάτη του, που είχε ξαπλώσει μισόγυμνος στο εδώλιο και έκλαιγε απαρηγόρητα σαν μικρό παιδί. Κι ακόμη εκείνος έτρεξε και του αγόρασε ένα πουκάμισο, για να καλύψει τη γύμνια του. “Σας ευχαριστώ κ. Καρατζάβελε. Σας ευχαριστώ γιατί είσθε ο μόνος άνθρωπος που με συμπονάτε”, είπε ο Γ. Συμεωνάκης στον δικηγόρο του όταν εκείνος του έδωσε να φορέσει το καινούριο πουκάμισο.

«Στο σπίτι του φίλου μου γνώρισα τον πατέρα του, που στα δυο του μπράτσα υπήρχαν τατουάζ. Ήταν καλοκαίρι και κυκλοφορούσε στο σπίτι με ένα σορτς. Έβλεπα στα μπράτσα του τα τατουάζ και τον εθαύμαζα»

Στη συνέχεια, οι δημοσιογράφοι βρήκαν την ευκαιρία να ρωτήσουν τον Γ. Συμεωνάκη γύρω από το πώς ξεκίνησε το πρώτο τατουάζ του.

»“Από το Αναμορφωτήριο. Το μεγάλο αυτό σχολείο του εγκλήματος. Όταν βρέθηκα εκεί μικρός για κάποιο παιδικό παραστράτημα, έγινα φίλος με ένα συγκρατούμενό μου. Και όταν βγήκαμε, με εκάλεσε για δυο-τρεις ημέρες στο σπίτι του, αφού το δικό μου είχε διαλυθεί. Στο σπίτι του φίλου μου γνώρισα τον πατέρα του, που στα δυο του μπράτσα υπήρχαν τατουάζ. Ήταν καλοκαίρι και κυκλοφορούσε στο σπίτι με ένα σορτς. Έβλεπα στα μπράτσα του τα τατουάζ και τον εθαύμαζα. Και όταν μου είπε πως λίγοι άνδρες τα έχουν, αυτά τα λόγια του στριφογύριζαν αδιάκοπα στη σκέψη μου. Έτσι αποφάσισα να γίνω ένας από τους λίγους άνδρες κάνοντας το πρώτο τατουάζ. Από εκεί και πέρα άρχισε ο κατήφορος. Νόμιζα πως έγινα γενναίος. Πίστεψα πως ήμουν από τους λίγους. Κι όμως, λίγο αργότερα βρέθηκα στη φυλακή. Έκτοτε, τίποτα δεν μπορούσε να με σταματήσει από τις ανόητες ζωγραφιές πάνω στο δέρμα μου. Το μυαλό μου μεθυσμένο από τα λόγια του πατέρα με τα τατουάζ, μου υπαγόρευε λες και ήμουν ρομπότ να μην αφήσω ούτε ένα μικρό μέρος από το κορμί μου αστιγμάτιστο. Ας μην ακολουθήσει κανένας νέος τον δικό μου δρόμο. Τον δρόμο ενός ανθρώπου που βρήκε την πιο ανόητη διέξοδο, μέσα στις άθλιες εικονογραφήσεις της επιδερμίδος του”».

Η ιστορία με το βιτριόλι

Προκειμένου να πείσει τους αναγνώστες για τις κοινωνικές και οικογενειακές επιπτώσεις του φαινομένου, θα επιστρατεύσει και μια ιστορία παλαιότερη κατά δύο δεκαετίες:

«Πριν από 20 χρόνια, όταν το βιτριόλι ήταν ακόμα συνηθισμένο ως μέθοδος ερωτικής εκδικήσεως, ένας 40άρης Αθηναίος βιοτέχνης έφτασε στον Σταθμό Α΄ Βοηθειών με τσουρουφλισμένο το δεξί του μπράτσο από βιτριόλι. Οι γιατροί τον φρόντισαν, αλλά ο μόνιμος εκεί αστυφύλακας φρόντισε κι αυτός για τα καθήκοντά του. Επήρε τον αξιωματικό υπηρεσίας του Α΄ Τμήματος και ανέφερε ότι η σύζυγος έκαψε το μπράτσο του άνδρα της με βιτριόλι, προφανώς επειδή την απατούσε. Σε λίγο, η σύζυγος βρέθηκε στο Τμήμα, για να απολογηθεί. “Δεν έχω ιδέα για αυτά που μου λέτε. Απουσίαζα στην αγορά και για πρώτη φορά ακούω το κακόγουστο αστείο, ότι έριξα βιτριόλι στον άνδρα μου και του έκαψα το μπράτσο”, είπε εκείνη.

»Μετά από μια ώρα έφτασε στο Τμήμα και ο σύζυγος με το καμένο μπράτσο. Και εκεί αποκάλυψε την πραγματική τραγωδία του: “Ταξίδευα, παιδί ακόμη, με τα καράβια. Και έκανα ένα τατουάζ στο μπράτσο μου. Ένα τατουάζ, όπως όλοι οι ναυτικοί: μια γοργόνα. Όταν ξεμπάρκαρα, αγόρασα ένα λαχείο και κέρδισα αρκετά χρήματα. Έτσι, παράτησα τη θάλασσα και έκανα μια βιοτεχνία γυναικείων εσωρούχων. Κι όταν οι δουλειές μου επήγαν καλά, αποφάσισα τον γάμο. Με τη γυναίκα μου ζούσα ευτυχισμένος. Αποκτήσαμε τρία αγόρια. Τα πρώτα χρόνια, κανένα πρόβλημα δεν είχα σαν σύζυγος και πατέρας. Μα ξαφνικά, όταν το μεγάλο μου παιδί έγινε πέντε ετών με έκανε κομπλεξικό με μια ερώτηση του: ‘Τι είναι αυτό πατέρα;’ δείχνοντάς μου στο μπράτσο το τατουάζ. Του απάντησα: ‘χαλκομανία’. Φοβήθηκα πως σαν μεγάλωναν τα παιδιά μου θα με υποπτευόταν όλα ότι το τατουάζ αυτό το είχα κάνει στη φυλακή, όπως όλοι οι βαρυποινίτες. Έτσι, θέλοντας να απαλλαγώ από τη γοργόνα άρπαξα σε μια στιγμή ένα μπουκάλι βιτριόλι και έριξα άφθονο στο μπράτσο μου, για να εξαφανίσω το άθλιο αυτό στίγμα. Πόνεσα φριχτά και πονάω. Αλλά απαλλάχτηκα από την καταραμένη γοργόνα. Τώρα τα παιδιά μου θα βλέπουν την ουλή από βιτριόλι. Και όταν με ρωτούν πώς έγινε, θα βρίσκω μια δικαιολογία όπως κάθε άνθρωπος που έχει καεί από φωτιά ή ζεματιστό νερό”».

Οι τσίχλες

Το θέμα, όμως, που προβληματίζει τον συντάκτη, ο λόγος της εκστρατείας ηθικού πανικού της οποίας ηγείται, δεν είναι τόσο τα ίδια τα τατουάζ, όσο οι χαλκομανίες-τατουάζ στις παιδικές τσίχλες και ο κίνδυνος που ελλοχεύει, ο οποίος δεν είναι άλλος από το να στραφούν τα παιδιά σε μια εγκληματική καριέρα. Για τον σκοπό αυτό, αφού ολοκληρώσει τον κύκλο της παράθεσης παθημάτων, συνεχίζει την έρευνά του ζητώντας τη γνώμη ειδικών.

Η δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω και μητέρα Ασπασία Σακελλαρίου-Αλεξανδρή χαρακτηριστικά λέει: «Το τατουάζ, έστω και με χαλκομανία, μπάζει το παιδί στον προθάλαμο της εγκληματικότητας. Το να επιτρέπουν οι γονείς στα παιδιά τους επάνω στο δέρμα τους να βάζουν αυτές τις ζωγραφιές, μόνο σε αμάθεια μπορώ να αποδώσω τη στάση τους κι ακόμη, στην έλλειψη φροντίδας. Αξίζει εν προκειμένω να υπογραμμίσω ότι ο Pinatel υποστηρίζει πως κατά 90% το έγκλημα του ανηλίκου έχει τις ρίζες του άμεσα ή έμμεσα στην αδυναμία, στην ανικανότητα ή στην εγκληματικότητα των γονέων.

«Εδώ και αρκετές μέρες η τηλεόραση διαφημίζει ένα καινούριο προϊόν της δια τα Ελληνόπουλα. Τις τσίκλες τατουάζ»

»Σε μια εποχή που τρία υπουργεία (Δικαιοσύνης, Κοινωνικών Υπηρεσιών και Δημόσιας Τάξεως) συσκέπτονται προς αντιμετώπιση της παιδικής εγκληματικότητας, είναι απαράδεκτο τα παιδιά μας να αντιγράφουν στα τρυφερά μπρατσάκια τους τα τατουάζ των πιο σκληρών ατόμων του υποκόσμου. Γιατί μόνο ο υπόκοσμος έχει σαν έμβλημα παλικαριάς και σκληρότητας τα αληθινά τατουάζ».

Ο Δημήτριος Γκούτας καθηγητής Κοινωνιολογίας θα μας διαφωτίσει επιστημονικά στο ρεπορτάζ, προσεγγίζοντας το ζήτημα από ακαδημαϊκή σκοπιά: «Εδώ και αρκετές μέρες η τηλεόραση διαφημίζει ένα καινούριο προϊόν της δια τα Ελληνόπουλα. Τις τσίκλες τατουάζ. Και ούτε λίγο ούτε πολύ, τα παιδιά μας πληροφορούνται με τη συνήθεια της στίξεως επί του δέρματος εγχρώμων εικόνων, ότι αποτελούν κάτι το ξεχωριστό μέσα στην παιδική κοινότητα. Δεν άργησαν να μάθουν ότι η δερματοστιξία εφαρμόζεται μόνον εις ορισμένα μέρη του πλανήτη μας κι αποτελεί γνώρισμα διακριτικών μεταξύ διαφόρων αφρικανικών λαών ή αλλαχού. Μάλιστα, “οι Μαορί εγκατέλειψαν τη συνήθεια υπό την επίδραση του πολιτισμού” και οι Μαλαίοι το εφάρμοζαν “ως είδος τιμητικής διακρίσεως εις τους καλούς κεφαλοκυνηγούς”.

«Οι αρμόδιοι καιρός είναι να επέμβουν. Τι περιμένουν;»

»Σε εμάς, εις τους “πολιτισμένους” έφθασε από τους βαρυποινίτες των διαφόρων φυλακών και από τα κατώτερα πληρώματα των φορτηγών πλοίων μας. Ήταν ένδειξις παλληκαρισμού και διακρίσεως σκληρότητος και αγριάδος του προσώπου που εδέχετο να χαραχθεί εις τους βραχίονες τους ή του στήθους του σχεδίου γυναικείας μορφής ή άλλοτι. Συνήθως οι πιο σκληροί του υποκόσμου επεδείκνυον υπερηφάνως τα μπράτσα τους με τις στιγματισμένες εικόνες, φόβος και τρόμος των απλών νοικοκυραίων, οικογενειαρχών δια τα παιδιά τους. Ότι πιο βρώμικο και ελεεινό υπήρχε εις τους εγκληματίες, εις τους χασισομανείς, εις τους σωματεμπόρους και εις τους λωποδύτες διεκρίνετο με τη δερματοστιξία.

»Ιδού, λοιπόν, πού φτάσαμε σήμερα, πώς θέλουν να καταντήσουν τους γόνους της ελληνικής οικογένειας. Μιμητάς έργων και πράξεων των κοινωνικών αποβρασμάτων. Δεν νομίζω πως οι συνετοί οικογενειάρχαι εζήλωσαν δόξαν, δια τα παιδιά τους, αποφοίτων κατέργων ή προστατών “οίκων ανοχής”. Καιρός είναι να αφυπνισθώμεν, επί τέλους, από τον άλλον τρόπο ζωής που επιτήδειοι “εμποράκηδες” θέλουν να μας επιβάλλουν. Η ελληνική οικογένεια και τα παιδιά της δεν έχουν ανάγκην εγκληματικών τρόπων συμπεριφοράς και επιδείξεων. Οι αρμόδιοι καιρός είναι να επέμβουν. Τι περιμένουν;».

https://video-images.vice.com/_uncategorized/1533544248423-tattoo3.jpeg?resize=600:* 2x”>https://video-images.vice.com/_uncategorized/1533544248423-tattoo3.jpeg?resize=975:* 2x”>

Τελευταίος, ο ποινικολόγος Ιωάννης Κασελάκης εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο το φαινόμενο συνδέεται με την παιδική εγκληματικότητα. Η ετυμηγορία του είναι πραγματικός καταπέλτης για τις χαλκομανίες-τατουάζ στις τσίχλες: «Η ηρωοποίησις και διαφήμισις της ζωής και των διαστροφών των εγκληματιών έφθασε στη χώρα μας με την πιο αθώα μορφή και απευθύνεται στις πιο αθώες υπάρξεις, δηλαδή στον παιδικό κόσμο που πηγαίνει ανύποπτος στο περίπτερο να αγοράσει τσίκλα. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο είναι αληθινό. Τσίκλες ξένης κατασκευής περικλείονται από ένα φανταχτερό περιτύλιγμα που είναι προκατασκευασμένο καρμπόν-τατουάζ και δεν έχει τίποτα άλλο να κάνει το παιδάκι, παρά να πιέσει το έγχρωμο περιτύλιγμα στο μπράτσο του, αφού το σαλιώσει. Έτσι θα αποκτήσει αμέσως ένα τέλειο τατουάζ που θα τον κάνει να μοιάζει με τον Αλ Καπόνε ή τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη ή οποιαδήποτε άλλη “εξοχότητα” του υποκόσμου που πιθανόν να είδε στη τηλεόραση. Και οι γονείς που δίνουν στο παιδί τους χρήματα για να γλυκάνει το στόμα του, βλέπουν έκπληκτοι σημαδεμένο το τρυφερό μπράτσο του με αηδιαστικές συνήθειες που εθεοποίησαν ολιγοφρενείς εγκληματίες. Το ερώτημα είναι κατά πόσον δήθεν αθώα σημάδια του δέρματος μπορούν να σημαδέψουν και την ψυχή των παιδιών ή να επιδράσουν βλαβερά στη ψυχολογία τους. Αδιστάκτως όλοι οι εγκληματολόγοι Έλληνες και ξένοι δέχονται ότι η παιδική ηλικία είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη και πρόσφορη να δεχτεί επιβλαβείς επιδράσεις και να ηρωοποιήσει ή να συνδέσει το κακόγουστο παιγνίδι με πράξεις, πρόσωπα και γεγονότα που πιθανόν ν’ ανοίξουν αύριο τον δρόμο για την τέλεια μίμηση του τατουάζ και του εγκλήματος. Ή, το λιγότερο, το παιδί να έχει την περιέργεια να μάθει τι είναι αυτό το τατουάζ, ποιοι το χρησιμοποιούν και σε τι πράξεις επιδίδονται αυτοί, ώστε σε ηλικία που δεν έχει ακόμη βασικές γνώσεις για τη ζωή, να προβληματίζεται με πράξεις που η κοινωνία στιγματίζει. Το θέμα είναι άκρως σοβαρό και συγκινεί κάθε οικογένεια, απορεί δε κανείς πως επετράπει η κυκλοφορία τέτοιου είδους κατασκευασμάτων που σοφίστηκαν διάφοροι αετονύχηδες “μπίσνεσμεν” δια να εισπράξουν λίγες δραχμές, αδιαφορώντας εάν τραυματίζουν και δηλητηριάζουν ανεπανόρθωτα την παιδική αγνότητα».

Οι φόβοι που εκφράζονται στην έρευνα δεν δικαιώθηκαν ως προς τη σύνδεση της εγκληματικότητας με το τατουάζ. Και κανείς απ’ όσους φώναζαν τότε για τις τσίχλες, δεν μπορούσε να φανταστεί πως λίγα χρόνια μετά θα ζούσαν σε μια χώρα όπου οι περισσότεροι έχουν τατουάζ, από όσους δεν έχουν. Και χωρίς τσίχλες.